ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ- ΑΡΜΕΝΙΟΙ- ΕΒΡΑΙΟΙ

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ


Οι Σαρακατσάνοι, γνωστοί και ως Καρακατσάνοι ή Σαρακατσαναίοι, είναι ελληνική νομαδική φυλή που βρίσκεται διασκορπισμένη σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Σαρακατσάνων έχει εγκαταλείψει το νομαδικό βίο και ζει μόνιμα στα χωριά όπου ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενώ οι απόγονοί τους έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μικρός αριθμός Σαρακατσάνων βρίσκεται επίσης στη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ. Ως προς την ονομασία των Σαρακατσάνων υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Σύμφωνα με την επικρατέστερη από αυτές, το όνομα Σαρακατσάνος έχει τουρκική προέλευση και είναι σύνθετη λέξη αποτελούμενη από το kara (καρά) που σημαίνει «μαύρος, μαυροντυμένος» και το kacan (κατσάν) που σημαίνει «φυγάς, ανυπότακτος». Έτσι από το Karakacan (Καρακατσάν) προήλθε με παραφθορά η λέξη Σαρακατσάνος. Ο λόγος για την ονομασία αυτή είναι ότι οι Σαρακατσάνοι μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης φορούσαν μαύρη ενδυμασία ως ένδειξη πένθους, ενώ έσφαζαν τα λευκά πρόβατα και κρατούσαν μόνο τα μαύρα. Επίσης κατέφυγαν ως κλέφτες στα βουνά ώστε να μην υποταχθούν στον κατακτητή και να τον πολεμούν από εκεί. Έτσι οι Τούρκοιτους προσέδωσαν την ονομασία Καρακατσάν, δηλαδή «μαύρος φυγάς». Οι ίδιοι οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό το όνομα μετά το 1812, το οποίο είναι σχετικά νέο, προσδιορίζοντας έναν λαό που προϋπήρχε του ονόματος. Η καταγωγή των Σαρακατσάνων έχει απασχολήσει τους ερευνητές, ιστορικούς, γλωσσολόγους και λαογράφους, με μία μεγάλη μερίδα από αυτούς να αποφαίνεται πως οι Σαρακατσάνοι είναιελληνικό φύλο, καταγόμενο πιθανώς από παλαιούς ποιμενικούς πληθυσμούς. Μια δημοφιλής θεωρία που βασίζεται στη γλωσσολογία και τον υλικό πολιτισμό τους, υποστηρίζει ότι οι Σαρακατσάνοι κατάγονται από δωρικά φύλα. Οι Ηπειρώτες είναι η ομάδα πληθυσμού με τον πιο περιορισμένο χώρο μετακινήσεων (λόγω μορφολογίας εδάφους), και περιλαμβάνει γενικά τους Σαρακατσάνους της Ηπείρου. Οι Ηπειρώτες ξεχειμώνιαζαν συνήθως, στη Νότιο Ήπειρο και στα παράλια της Θεσπρωτίας. Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τη δυτική πλευρά της Πίνδου (κυρίως την περιοχή Ζαγορίου) έως τα όρη τηςΒορείου Ηπείρου (στην Αλβανία).




Άντρες Σαρακατσάνοι στη Δυτική Μακεδονία (1935)
Κασσανδρινοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Οι Κασσανδρινοί (ή Χασσανδρινοί) είναι η ομάδα πληθυσμού που περιλάμβανει γενικά τους Σαρακατσάνους της Μακεδονίας. Οι Κασσανδρινοί ξεχειμώνιαζαν συνήθως στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, στη Χαλκιδική, καθώς και στις νότιες πεδιάδες του Αξιού και του Στρυμόνα. Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τους ορεινούς όγκους του Βερμίου, του Βόρα, της Τζένας, του Περιστερίου (Βαρνούντος), της Βαβούνας (τώρα ανήκει στην Π.Γ.Δ.Μ.) έως τα όρη Κερκίνη, Φαλακρό, Παγγαίο και τη Δυτική Ροδόπη (Χαϊντού, Φρακτό κ.α.).[11] Παρ' όλα αυτά στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας επικράτησε η Πολίτικη ενδυμασία κι όχι η Κασσανδρινή.
Μωραΐτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Οι Μωραΐτες είναι η ομάδα πληθυσμού που περιλαμβάνει γενικά τους Σαρακατσάνους της Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος. Οι Μωραΐτες ξεχειμώνιαζαν, συνήθως, σε μια περιοχή που εκτείνεται από τη Θεσσαλία και Νότιο Πιερία έως τη Στερεά Ελλάδα (Αιτωλία, Ακαρνανία, Βοιωτία, Φθιώτιδα, Φωκίδα καιΑττική), την Εύβοια και την Πελοπόννησο (κυρίως την περιοχή της Αργολίδας). Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τους ορεινούς όγκους της Στερεάς Ελλάδος, Νοτίου Πίνδου και Αγράφωνέως τα όρη Χάσια (μεταξύ Θεσσαλίας και Μακεδονίας) και το Βέρμιο. Ορισμένες φάρες (ελάχιστες) κατευθύνονταν και στους ορεινούς όγκους της Βορείου Πελοποννήσου (στο Χελμό και στοΠαναχαϊκό όρος) και Ευβοίας.








Άνδρας και αγόρι με επίσημες σαρακατσάνικες φορεσιές "πολίτικου" τύπου (ΣυλλογήΠελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, Ναύπλιο).
Πολίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Οι Πολίτες, είναι η ομάδα πληθυσμού που περιλαμβάνει συνολικά τους Σαρακατσάνους της Θράκης. Οι Πολίτες ξεχειμώνιαζαν, συνήθως, στα πεδινά παράλια της Ανατολικής Θράκης πλησίον της Κωνσταντινούπολης καθώς και στα πεδινά παράλια της Δυτικής Θράκης. Το καλοκαίρι κατευθύνονταν προς τους ορεινούς όγκους της Ανατολικής Ροδόπης (Κούλα, Παπίκιο κ.α.), έως τα όρη της Στράντζας (Τουρκία) και την οροσειρά του Αίμου (Βουλγαρία).



Οι Σαρακατσάνοι ονομάζουν τον γάμο χαρά, καθώς αποτελούσε το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή τους, τη μεγαλύτερη χαρά. Στους ανύπανδρους ευχότανε : «Κι σ' τ'ς χαρές σας οι ανύπανδροι».
Η παντρειά στους Σαρακατσάνους γινόταν, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ΄50, με προξενιό, ήταν δηλαδή υπόθεση της οικογένειας και όχι της κοπέλας.


Ωστόσο, υπήρχαν και περιπτώσεις που δυο νέοι αγαπιούνταν και δεν συνηγορούσαν οι γονείς τους. Τότε γινόταν κλέψιμο ή απαγωγή της κοπέλας.


Το έθιμο πρόσταζε ο Σαρακατσάνος να νυμφεύεται πάντα Σαρακατσάνα. Και αυτό, επειδή η θέση της γυναίκας στη σαρακατσάνικη κοινωνία, η σκληρή ζωή της, η ιδιορρυθμία γενικά του τρόπου ζωής της, δεν άφηναν περιθώρια για επιλογή άλλης γυναίκας, εκτός από Σαρακατσιάνας.
Αυτός ο «περιοριστικός όρος» στην επιλογή συντρόφου, καθώς και η απομόνωση των Σαρακατσιάνων λόγω νομαδικού τρόπου ζωής, συντέλεσαν ώστε να διατηρηθούν αμιγείς τόσο η ελληνική γλώσσα, όσο και η νοοτροπία, οι συνήθειες και οι συμπεριφορές.


Το έθιμο της «Σταυραδερφοσύνης» (αδελφοποίηση)
Η «σταυραδερφοσύνη», ή αδελφοποίηση είναι θεσμός του λαϊκού εθιμικού δικαίου. Ο αδελφικός δεσμός, που αναπτύσσεται μεταξύ δυο ατόμων και που πετυχαίνεται με κάποια συμβολική τελετή ή ιεροτελεστία. Δημιουργείται ένας ισχυρός δεσμός φιλίας, που συνεπάγεται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχέση μεταξύ πραγματικών αδελφών.
Ο τρόπος που γίνεται κανείς σταυραδερφός είναι βασικά να χαρακτεί η φλέβα στο εσωτερικό του βραχίονα και των δυο που έχουν συμφωνήσει να αδελφοποιηθούν, και να πιούν λίγο αίμα, ο ένας από τον άλλο.
Στη δύσκολη ζωή τους οι Σαρακατσάνοι ήταν πάντοτε αντιμέτωποι με κινδύνους, προερχόμενους είτε από τα στοιχεία της φύσης, είτε από ληστές κλπ. Γι αυτό και είχαν ανάγκη από υποστήριξη. Έτσι το έθιμο της αδελφοποίησης ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στους Σαρακατσάνους.
Στο πανάρχαιο έθιμο της «σταυραδερφοσύνης» αναφέρεται ο «σταυρωτός χορός», που χορεύεται ακόμη και σήμερα από τα χορευτικά των Σαρακατσάνων.

















Οι Εβραίοι


Εβραίοι[1] (εβραϊκά: עברים, μεταγραφή: ivri/hever, ελληνικά: περνάω πέρα) ή Ισραηλίτες[2] ονομάζονται τα μέλη του εβραϊκού λαού, επίσης γνωστού ως Ιουδαϊκό έθνος ή γιοι του Ισραήλ, μιας εθνικοθρησκευτικής ομάδας που κατάγεται από τους αρχαίους Ισραηλίτες και τα μέλη της οποίας ασκούν κατά παράδοση τον Ιουδαϊσμό. Η Βίβλος, η οποία γράφτηκε από Εβραίους, καταγράφει κατά κύριο λόγο την εθνική και θρησκευτική τους ιστορία. Ο εβραϊκός πληθυσμός σήμερα αριθμεί περισσότερο από 14,5 εκατομμύρια άτομα παγκόσμια, η πλειοψηφία των οποίων ζουν στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


Ως Ιουδαίοι[3] (εβραϊκά: יְהוּדִים, μεταγραφή: Yehudim, ελληνικά: παιδιά του Ισραήλ) περιγράφονται είτε οι ακόλουθοι της θρησκείας του Ιουδαϊσμούή που μεταστράφηκαν σε αυτήν, είτε εκείνοι που έχουν εβραϊκή καταγωγή.[4]


Η προέλευση των Εβραίων χρονολογείται παραδοσιακά γύρω στο 1800 Π.Κ.Χ. με την Βιβλική αναφορά στην ίδρυση του Ιουδαϊσμού.


Η Στήλη του Μερνεφθά, η οποία χρονολογείται γύρω στο 1200 Π.Κ.Χ., είναι ένα από τα παλαιότερα αρχαιολογικά αρχεία των Εβραίων στο Ισραήλ, όπου ανέπτυξαν την μονοθεϊστική θρησκεία του Ιουδαϊσμού και απήλαυσαν περιόδους αυτοδιάθεσης. Ως αποτέλεσμα των κατακτήσεων και επεκτάσεων που δέχτηκαν από τον 8ο αιώνα Π.Κ.Χ. έκανε την εμφάνισή της η εβραϊκή Διασπορά.


Οι ήττες στους Ιουδαιορωμαϊκούς πολέμους του 70 και του 135 Κ.Χ. συνέβαλαν σημαντικά στο μέγεθος του πληθυσμού και στη γεωγραφική κατανομή της διασποράς, αφού σημαντικοί αριθμοί του εβραϊκού πληθυσμού της Γης του Ισραήλ εξορίστηκαν και πουλήθηκαν ως σκλάβοι σε όλη την αυτοκρατορία. Έκτοτε οι Εβραίοι έχουν κατοικήσει σε όλη την Ευρώπη και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, επιβιώνοντας διαμέσου εκδηλώσεων ρατσισμού, κακουχιών, φτώχειας, ακόμη και κυμάτων γενοκτονίας (βλέπε το άρθρο Αντισημιτισμός), με κάποιες περιόδουςπολιτιστικήςοικονομικής και ατομικής άνθησης.


Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι όροι Εβραίος και Ιουδαίος ήταν πρακτικά συνώνυμοι και ο Ιουδαϊσμός ήταν ο κύριος συνεκτικός παράγοντας των Εβραίων, αν και δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να ισχύει η Ιουδαϊκή θρησκευτική ταυτότητα ώστε να ανήκει κάποιο άτομο στον εβραϊκό λαό. Ακολουθώντας την Εποχή του Διαφωτισμού και το εβραϊκό της αντίστοιχο, την Χασκαλά, συνέβη μία σταδιακή μεταβολή κατά την οποία πολλοί Εβραίοι άρχισαν να θεωρούν ότι το να αποτελεί ένα άτομο μέλος του εβραϊκού έθνους ήταν κάτι διαφορετικό από το να είναι ακόλουθος της ιουδαϊκής πίστης.


Το εβραϊκό όνομα Ιουδαίος (στην εβραϊκή, Γεχούντι, πληθυντικός αριθμός Γεχουντίμ) διαδόθηκε όταν η Βασιλεία του Ισραήλ διαιρέθηκε στο βόρειο Βασίλειο του Ισραήλ και στο νότιο Βασίλειο του Ιούδα. Ο όρος αναφερόταν αρχικά στο λαό του νοτίου βασιλείου, αν και ο όρος Μπ'νέι Ισραέλ (bn'e' Israél, Γιοι του Ισραήλ ή Ισραηλίτες) εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται και για τις δύο ομάδες. Όταν οι Ασσύριοι κατέλαβαν το βόρειο βασίλειο αφήνοντας το νότιο βασίλειο ως το μόνο Ιουδαϊκό κράτος, η λέξη Γεχουντίμ σταδιακά επικράτησε να αναφέρεται στο λαό που είχε την Ιουδαϊκή πίστη ως σύνολο, παρά σε εκείνους συγκεκριμένα που προέρχονταν από την Ιουδαία.


Η λέξη Ιουδαίος χρησιμοποιείται με ταυτόσημη έννοια, όπως και σε άλλες γλώσσες, «Jew» στα αγγλικά, «Jude» στα γερμανικά, «Juif» στα γαλλικά, αλλά και αντίστοιχα με την ελληνική λέξη Εβραίος, «Hebrew» στα αγγλικά, «Ebreo» στα ιταλικά κτλ.








Εβραίοι που προσεύχονται σεσυναγωγή κατά τη γιορτή του Γιομ Κιπούρ. (Πίνακας του Μορίς Γκότλιμπ, 1878)


Ο Ιουδαϊσμός καθοδηγεί τους ακολούθους του τόσο στις πράξεις όσο και στα πιστεύω, και έχει περιγραφεί όχι μόνο ως θρησκεία αλλά ως τρόπος ζωής, πράγμα που καθιστά δύσκολο τον διαχωρισμό μεταξύ του Ιουδαϊσμού, της εβραϊκής κουλτούρας και της εβραϊκής εθνικής καταγωγής. Γενικά, ένας σύγχρονος διαχωρισμός είναι ο εξής: α) Άτομα που ακολουθούν τον Ιουδαϊσμό και έχουν εβραϊκό εθνικό υπόβαθρο (κάποιες φορές συμπεριλαμβάνονται άτομα που δεν έχουν αυστηρή γενεαλογική σχέση μέσω μητέρας), β) άτομα που δεν έχουν Εβραίους γονείς αλλά ασπάστηκαν τον Ιουδαϊσμό και γ) εκείνοι οι Εβραίοι που, αν και δεν ακολουθούν τον Ιουδαϊσμό ως θρησκεία, αυτοπροσδιορίζονται ως Εβραίοι λόγω της οικογενειακής καταγωγής και της προσωπικής πολιτιστικής και ιστορικής ταύτισής τους με τον εβραϊκό λαό.


Κατά τον Ιουδαϊσμο, Εβραίος είναι όποιος έχει Εβραία μητέρα. Η θρησκεία του πατέρα δεν παίζει ρόλο. Μπορεί και κάποιος από ξένη μητέρα να ασπαστεί τον Ιουδαϊσμό, οφείλει όμως να ακολουθήσει μια διαδικασία κατήχησης, η οποία διαρκεί συνήθως πάνω από ένα χρόνο. Οι Εβραίοι, θεωρώντας τον εαυτό τους "εκλεκτό λαό του Θεού", ουδέποτε επεδίωξαν να διαδώσουν τη θρησκεία τους σε άλλους λαούς και να προσηλυτίσουν.


Ιστορικές έννοιες της Εβραϊκής ταυτότητας βασίζονται παραδοσιακά σε χαλακικούς (δηλαδή, του Παραδοσιακού Νόμου) ορισμούς αναφορικά με τη γενεαλογική γραμμή μέσω της μητέρας και τη μεταστροφή στον Ιουδαϊσμό. Οι ιστορικοί ορισμοί του ποιος είναι Εβραίος ανάγονται στην εποχή της κωδικοποίησης της προφορικής παράδοσης στο Βαβυλωνιακό Ταλμούδ. Βιβλικές ερμηνείες τμημάτων του Τανάκ, όπως τα εδάφια Δευτερονόμιο 7:1-5 (ΜΝΚ), χρησιμοποιούνται ως προειδοποίηση εναντίον της επιγαμίας μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων διότι «[ο μη Εβραίος γαμπρός ή νύφη] θα κάνει το γιο σου να πάψει να με ακολουθεί, και θα υπηρετήσουν άλλους θεούς». Τα εδάφια Λευιτικό 24:10-16 αναφέρονται στο γιο που προήλθε από το γάμο μιας Εβραίας και ενός Αιγύπτιου ως μέρος της "σύναξης του Ισραήλ", ενώ στα εδάφια Έσδρας κεφ. 9 και 10 αναφέρεται ότι ζητήθηκε από τους άρρενες Ισραηλίτες να ορκιστούν ότι θα απέβαλλαν τις συζύγους και τα παιδιά που προέρχονταν από επιγαμίες με γυναίκες από τα γύρω ειδωλολατρικά έθνη. Από την εποχή της Χασκαλά και έπειτα, αμφισβητήθηκαν οι χαλακικές ερμηνείες αναφορικά με την πιστοποίηση της εβραϊκής ταυτότητας.

Οι παραδόσεις του εβραϊκού λαού επανασυνδέθηκαν, με ένα άλμα 1.000 ετών, με εκείνες που υπήρχαν πριν από το 70 μ.Χ., την εποχή δηλαδή της καταστροφής του Ναού της Ιερουσαλήμ από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τίτο και της γκαλάχ, της διασποράς, όταν το εβραϊκό έθνος έπαψε να υπάρχει πλέον. Και αυτό είναι που κάνει ιδιότυπη την κατάσταση του σύγχρονου Ισραήλ.
Η ιδέα που ενώνει τόσους ανθρώπους διασκορπισμένους σε κάθε μέρος της Γης είναι προπάντων η ιδέα της επιστροφής στην πατρίδα, της αποκατάστασης του Ισραήλ, έστω και σε τόπους διαφορετικούς από τους αρχαίους. Από την ιδέα αυτή γεννήθηκε το μεγάλο σιωνιστικό κίνημα, το οποίο, χωρίς αντιδράσεις, έθεσε σκοπό του μια αποστολή, να δώσει δηλαδή μια πατρίδα στους Εβραίους της διασποράς. Πέρα όμως από κάθε πολιτιστική συνεισφορά στους διάφορους τόπους όπου βρέθηκαν, στους Εβραίους επέδρασε ιδιαίτερα η θρησκευτική τους συνείδηση, το αίσθημα της αποστολής που είχαν να επιτελέσουν ως περιούσιος λαός του Θεού, όπως αναφέρεται στη Γένεση.






Οι Αρμένιοι



Οι Αρμένιοι (Αρμενικά: հայեր, hɑjɛɾ]) είναι μια εθνική ομάδα ιθαγενής στα αρμενικά υψίπεδα.


Οι Αρμένιοι αποτελούν τον κύριο πληθυσμό της Αρμενίας και της ντε φάκτο ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Υπάρχει μια ευρεία διασπορά περίπου 5 εκατομμυρίων ανθρώπων με πλήρη ή μερική αρμενική καταγωγή που ζουν εκτός της σύγχρονης Αρμενίας. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί Αρμενίων υπάρχουν σήμερα στη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τηΓαλλία, τη Γεωργία, το Ιράν, την Ουκρανία, τον Λίβανο και τη Συρία. Με τις εξαιρέσεις του Ιράν και τα πρώην σοβιετικά κράτη, η σημερινή αρμενική διασπορά σχηματίστηκε κυρίως ως αποτέλεσμα της Αρμενικής Γενοκτονίας.[1]


Οι περισσότεροι Αρμένιοι ασπάζονται την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, μια μη Χαλκηδόνια εκκλησία, η οποία είναι επίσης η παλαιότερη εθνική εκκλησία στον κόσμο. Ο Χριστιανισμόςάρχισε να εξαπλώνεται στην Αρμενία αμέσως μετά τον θάνατο του Ιησού, χάρη στις προσπάθειες δύο από τους αποστόλους του, του Θαδαίου και του Βαρθολομαίου.[2] Στις αρχές του 4ου αιώνα, το Βασίλειο της Αρμενίας ήταν το πρώτο κράτος που υιοθέτησε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους,[3] με την οποία ο προηγουμένως κυρίαρχος Ζωροαστρισμός και οπαγανισμός στην Αρμενία μειώθηκαν σταδιακά.[4][5]


Τα Αρμενικά είναι μια Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Διαθέτουν δύο αμοιβαία κατανοητές και γραπτές μορφές: την Ανατολική Αρμενική, που σήμερα ομιλείται κυρίως στην Αρμενία, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το Ιράν και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, και τη Δυτική Αρμενική, που χρησιμοποιείται στην ιστορική Δυτική Αρμενία και, μετά από την Αρμενική Γενοκτονία, κυρίως στις κοινότητες της Αρμενικής Διασποράς. Το μοναδικό αρμενικό αλφάβητο επινοήθηκε το 405 μ.Χ. από τον Μεσρώπ Μαστότς.


Πλούσια είναι η Λαογραφία, τα ήθη και τα έθιμα του χωριού. Ο υπολογισμός της ώρας από τους κατοίκους γινόταν ως εξής: Στη μέση περίπου του ύψους του βουνού Γεράνιου υπάρχουν γυμνά βράχια. Όταν οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν στα βράχια αυτά, τότε υπολόγιζαν ότι η ώρα ήταν περίπου 12 με 1 το μεσημέρι. Τα βράχια ονομάστηκαν και παραμένουν έως σήμερα με την ονομασία «Ρολόϊ».

Τους καλοκαιρινούς μήνες που οι κάτοικοι του χωριού δούλευαν στα χωράφια, έφτιαχναν «καλύβες» από ξύλα και φτέρες για να τους προφυλάσσουν από τον καυτό ήλιο και λιγότερο από τη νύχτα. Οι καλύβες φτιάχνονταν τον Ιούνιο και κατοικούνταν έως το Σεπτέμβριο όταν και τις εγκατέλειπαν για να ξαναφτιάξουν καινούργιες την επόμενη χρονιά. Στα πλαίσια της τοπικής παράδοσης συγκαταλέγεται και ο Αρμεναίϊκος γάμος. Οι γάμοι γίνονταν από προξενιό και η νύφη έπρεπε να έχει προίκα απαραίτητα. Οι γάμοι γίνονταν Κυριακή απόγευμα, αλλά το γλέντι άρχιζε από την Πέμπτη. Τη λαϊκή αρχιτεκτονική του χωριού την αποτελούσαν τα παραδοσιακά σπίτια και οι θόλοι αυτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου