Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Πόντιοι και Παλλινοστούντες


H Iστορία του Πόντου

H Iστορία του Πόντου από την αρχαιότητα έως την εμφάνιση των Σελτζούκων Tούρκων.Πόντιοι ονομάζονται οι Έλληνες που κατάγονται από την περιοχή του Πόντου δηλαδή τα νότια παράλια της Μαύρης θάλασσας (Εύξεινος Πόντος), στη σημερινή βορειοανατολική Τουρκία όπως επίσης και από την ΕΣΣΔ . Η παρουσία Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου ανάγεται από την αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους οπότε η πλειονότητά τους (οι χριστιανοί Πόντιοι) μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, με την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Όσοι Πόντιοι είχαν μεταναστεύσει στην Ρωσική Αυτοκρατορία ή είχαν διαφύγει στην ΕΣΣΔ, μετά από ένα σύντομο διάστημα ακμής που ακολουθήθηκε από σκληρούς διωγμούς από το σταλινικό καθεστώς, αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση της Ένωσης.Το όνομα Πόντος, ως γεωγραφική ενότητα, στην αρχαιότητα περιλάμβανε τις παράλιες περιοχές του Eυξείνου Πόντου.
Πόντος, κατά τον Hρόδοτο, τον Ξενοφώντα και άλλους αρχαίους ιστοριογράφους ονομάζεται η επιμήκης και ευρεία παραλιακή χώρα του Eυξείνου Πόντου, η οποία από χωροταξική άποψη περιλαμβάνει τα εδάφη ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο βρίσκεται η σημερινή πόλη Bατούμ της Γεωργίας, και την Hράκλεια την Ποντική .
H παρουσία των Eλλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα. Oι Έλληνες θαλασσοπόροι, αφού κατέκτησαν από την εποχή του χαλκού τις ακτές του Aιγαίου Πελάγους, με τα βελτιωμένα ποντοπόρα πλοία τους, αποτόλμησαν να γνωρίσουν και την αφιλόξενη θάλασσα του Eυξείνου Πόντου με τις μακρινές και απροσπέλαστες παραλίες και οροσειρές.

Γενοκτονία

Με τον όρο Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (Αγγλικά: Pontic Greek Genocide) αποκαλείται η συστηματική εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου από την κυβέρνηση των Νεοτούρκων, κατά την περίοδο 1914-1923. Η εξόντωση αυτή διεξάχθηκε περίπου παράλληλα και κατ' απομίμηση της αρμενικής γενοκτονίας, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Περί τις 353.000 Πόντιοι χάθηκαν, πολλοί από αυτούς κατά τη διάρκεια καταναγκαστικών πορειών στις άνυδρες εκτάσεις της Ανατολίας και της Συρίας.[14] Έτσι οι ίδιοι οι Πόντιοι, καθώς και το Ελληνικό κράτος αναφέρονται σήμερα σε γενοκτονία των Ποντίων από την Τουρκία και τιμούν την επέτειό της κάθε χρόνο, στις 19 Μαΐου. Η γενοκτονία των Ποντίων είναι αναγνωρισμένη ως τέτοια επισήμως από τέσσερα κράτη, την Ελλάδα με νόμο του 1994 (N. 2193/1994), τη Σουηδία με υπερψήφιση στο Σουηδικό κοινοβούλιο στις 11 Μαρτίου 2010, την Αρμενία τον Μάρτιο του 2015, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων και την Ολλανδία, μαζί με τη γενοκτονία των Αρμενίων και Ασσυρίων, στις 9 Απριλίου 2015[15]. Από την άλλη πλευρά, το Τουρκικό κράτος αρνείται κατηγορηματικά μέχρι σήμερα πως υπήρξε γενοκτονία και αποδίδει τους θανάτους σε παράπλευρες απώλειες πολέμου, στον λιμό που προέκυψε από την εισβολής των Ρώσων στη βόρεια Τουρκία και σε εμφύλιες αναταραχές[14].


Φωτογραφίες

Γενοκτονία: Πρόσφυγες από τον Πόντο, σε μια στάση του ξεριζωμού τους
Ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη
Βεβήλωση και καταστροφή της εκκλησίας του Σαλιχλί από τις κεμαλικές δυνάμεις
Η Κερασούντα του Πόντου
Η σφαγή των Αρμενίων και των Ελλήνων στην Τραπεζούντα (28.2.1919)
Η γενοκτονία του ποντιακού λαού
Η επιστροφή των Ποντίων στην ιστορία
Ο ξεριζωμός των προσφύγων
Επιβίβαση προσφύγων στα καράβια από Αμερικανούς ναύτες
Πρόσφυγες από τη Σαμψούντα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Πάτρας

Πόντιοι ή Ρωσοπόντιοι;

  • Πόντιοι ή Ρωσοπόντιοι;


Η γενοκτονία των Ποντίων, που θεωρείται η μεγαλύτερη του αιώνα, ξεκίνησε το 1916 κι ο επίλογος της γράφτηκε το 1922 με την μικρασιατική καταστροφή. Τα θύματα ξεπέρασαν τις 353.000 κι όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το μένος των Τούρκων, πρόσφυγες πλέον ξεριζωμένοι από τον τόπο τους, βρήκαν καταφύγιο στην Ελλάδα.

Υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 400.000 αυτοί που έφθασαν στην Ελλάδα, ενώ οι υπόλοιποι κατέφυγαν στην Νότια Ρωσία.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, κάτω από τις οποίες ζούσαν στην Ρωσία, κατάφεραν να διατηρήσουν τη γλώσσα και την θρησκεία τους. Με την εργατικότητα τους, συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη των περιοχών στις οποίες είχαν εγκατασταθεί. Ο πληθυσμός τους αυξήθηκε πολύ γρήγορα, λόγω των πολλών παιδιών που αποκτούσαν κι έτσι αναγκάσθηκαν να επεκταθούν στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας.
Οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων σήμερα, μετά από όλα αυτά που πέρασαν οι πρόγονοί τους, αμφισβητούνται σε πολλές περιπτώσεις για την ελληνική τους καταγωγή. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι οι ίδιοι οι Πόντιοι, για να ξεχωρίσουν αυτούς που ζούσαν στην Γεωργία και την Νότια Ρωσία, τους ονόμαζαν Καυκάσιους. Αυτό όμως δεν αναιρεί την καταγωγή τους.
Από την δεκαετία του ’60, αρχίζουν να έρχονται και να εγκαθίστανται στην Ελλάδα που την θεωρούν πατρίδα τους, γιατί νιώθουν και είναι 'Ελληνες... Δυστυχώς όμως, στην ίδια τους την πατρίδα δέχτηκαν τον μεγαλύτερο ρατσισμό.
Εξ΄αιτίας του μεγάλου προβλήματος που δημιουργήθηκε με κάποιες παράνομες ελληνοποιήσεις, ατόμων από Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, για τις οποίες ευθύνεται και το Ελληνικό κράτος, έφθασαν στο σημείο να ταλαιπωρούνται από τις Ελληνικές αρχές και οι ίδιοι οι Πόντιοι, μέχρι να αποδείξουν την ελληνική τους καταγωγή.
Κάπως έτσι καθιερώθηκε ο όρος «Ρωσοπόντιος», ο οποίος κατέληξε να είναι ρατσιστικός και υποτιμιτικός. Ακόμη κι αυτοί που εξακολουθούν να ζουν στην Ρωσία δεν μπορούν παρά να χαρακτηρίζονται « Έλληνες του Πόντου». Κανείς δεν χαρακτηρίζει με αντίστοιχους όρους τους Πόντιους που ζουν σε άλλες χώρες του κόσμου π.χ. Αμερικανοπόντιος, Γερμανοπόντιος κλπ. Στην πραγματικότητα αυτοί που θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται Ρωσοπόντιοι είναι αυτοί που προέρχονται από γάμο Ρώσων με Πόντιους.

Το ότι γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε μια χώρα, σίγουρα επηρεάζει τον τρόπο που ζούμε, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει την πολιτιστική μας ταυτότητα και τις ρίζες μας. Οι Έλληνες του Πόντου όχι μόνο διατήρησαν την ποντιακή παράδοση, τα ήθη και έθιμα, τη μουσική και τους χορούς τους, αλλά προσπαθούν μέχρι και σήμερα να τα μεταδώσουν και στους άλλους λαούς με τρόπο αξιοζήλευτο.
Το σημαντικότερο όλων είναι ότι διατηρούν την υπερηφάνεια της Ποντιακής καταγωγής τους.


ΣΥΝΤΑΓΗ

Πισία

Υλικά

- 2 κούπες γάλα
- 1 κυβάκι μπυρομαγιά
- 1 μικρό φλιτζάνι του καφέ ξίδι
- 1 κουτάλα ελαιόλαδο
- 6 αυγά
- λίγο αλάτι
- λίγο μέλι
- αλεύρι, όσο πάρει

Διαδικασία

Αρχικά, ζεσταίνουμε το γάλα σε μια κατσαρόλα. Παράλληλα χτυπάμε τα αυγά σε ένα μπολ. Μόλις ζεσταθεί το γάλα, το ανακατεύουμε με τα αυγά. Προσθέτουμε αλάτι, ξίδι και λάδι. Ακόμη, βάζουμε τη μαγιά και ανακατεύουμε καλά. Τέλος, ρίχνουμε το αλεύρι σιγά σιγά, όσο χρειάζεται για να γίνει ένα μαλακό και εύπλαστο ζυμάρι. Ζυμώνουμε με υπομονή και δύναμη. Σκεπάζουμε το ζυμάρι για 15 λεπτά και το περιμένουμε να ξεκουραστεί. Το ξίδι βοηθάει τα πισία, να 'ναι τραγανά και νόστιμα.

Όταν το ρολόι ακριβείας του Στάθη σημάνει το τέταρτο που πέρασε, βάζουμε το λάδι στο τηγάνι, να καίει. Λαδώνουμε το τραπέζι και κόβουμε μικρά μπαλάκια από το ζυμάρι. Τα ανοίγουμε με το χέρι σε μικρά πιτάκια και τα τηγανίζουμε.

Σερβίρουμε τα πισία και κερνάμε όλο το χωριό. Όποιος θέλει μπορεί να βάλει μέλι στο δικό του.





Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Μουσουλμάνοι-Πομάκοι-Ρομά


                 ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
                                          (Μουσουλμάνοι– Πομάκοι – Ρομά)



Η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας στην Θράκη είναι αποτέλεσμα των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης και, ειδικότερα, της εξαιρέσεώς της από την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, με αντιστάθμισμα την αντίστοιχη εξαίρεση των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, της Ιμβρου και της Τενέδου.
Με βάση την απογραφή του 1991, η μουσουλμανική μειονότητα αποτελεί το 33% (περίπου 115.000) του συνολικού πληθυσμού της Θράκης (338.000 κάτοικοι), με διαφοροποιημένα, κατά νομό, ποσοστά. Στον Ν. Ξάνθης αποτελεί το 47,2%, στον Ν. Ροδόπης το 59,6% και στον Ν. Εβρου το 6,6% του τοπικού πληθυσμού.
Η φυλετική σύνθεση της μειονότητας είναι, κατά βάση, τριπλής προελεύσεως. Οι Τουρκογενείς, αποτελούν το 47, 37%, οι Πομάκοι το 31,58% και οι Αθίγγανοι το 21,05% των μουσουλμάνων της Θράκης.



    α)Μουσουλμάνοι 
   Ιστορική διαδρομή


Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η Ελλάδα και η Τουρκία πραγματοποίησαν μια ανταλλαγή πληθυσμών: όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της Τουρκίας υποκείμενοι στον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης - τον Έλληνα Πατριάρχη - θα μετανάστευαν στην Ελλάδα εκτός από τις κοινότητες της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου, και όλοι οι μουσουλμάνοι στην Ελλάδα θα μετανάστευαν στην Τουρκία εκτός από τους μουσουλμάνους της Θράκης.
Οι μουσουλμάνοι στην Δυτική Θράκη, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών, αποτελούσαν ξεκάθαρη πλειονότητα των κατοίκων και αυτή η αναλογία άλλαξε όταν η Ελληνική κυβέρνηση εγκατέστησε με συστηματικό τρόπο χριστιανικούς προσφυγικούς πληθυσμούς από την Ανατολία και την Ανατολική Θράκη. Μεταξύ 1925-27 επέλεξε να φύγει από την περιοχή το πλέον εύπορο τμήμα της μειονότητας, πουλώντας την περιουσία του. Οι μικροκαλλιεργητές και κτηνοτρόφοι που παρέμειναν, δεν είχαν κάποιες ιδιαίτερες απαιτήσεις πέραν της διατηρήσεως των παραδόσεων και της προστασίας της θρησκείας τους. Η απομάκρυνση της παραδοσιακής ηγέτιδας τάξεως των μουσουλμάνων είχε αποτέλεσμα να τεθούν επικεφαλής τής μειονότητας θρησκευτικοί ηγέτες και δάσκαλοι.
Σήμερα η Ελλάδα αναγνωρίζει την μειονότητα μόνο ως μουσουλμανική (από συνθήκη Λωζάνης) παρόλο που υπάρχουν τρεις εθνοτικές ομάδες οι οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως Τουρκική, Πομακική και Ρομά.

 Ήθη και έθιμα

Κουρμπάν Μπαϊράμ

Το κουρμπάν Μπαϊράμ είναι διαφορετικό από το Ραμαζάν Μπαϊράμ, αλλά το ίδιο σημαντικό. Ονομάστηκε έτσι γιατί ένας προφήτης του Αλλάχ, πήρε κάποτε το μικρό παιδί του και πήγε σ' ένα μέρος για να το θυσιάσει. Τότε ο Αλλάχ έστειλε ένα πρόβατο για να σφαγιαστεί στη θέση του παιδιού. (Η ιστορία αυτή θυμίζει τη θυσία του Αβραάμ). Η μέρα αυτή ονομάστηκε Κουρμπάν (πρόβατο) Μπαϊράμ. Το Κουρμπάν Μπαϊράμ, γιορτάζεται μια φορά το χρόνο και διαρκεί πέντε μέρες και δεν προβλέπεται καθόλου νηστεία. Την πρώτη μέρα, σηκώνονται πολύ νωρίς οι μουσουλμάνοι και πηγαίνουν στο τζαμί για να προσκυνήσουν. Ύστερα γυρίζουν στα σπίτια τους και ετοιμάζουν τα μαχαίρια τους ή ό,τι άλλο χρειάζεται για τη σφαγή του προβάτου. Η σφαγή αυτή πρέπει να γίνει μέσα σε τρεις μέρες, μετά απαγορεύεται. Τις υπόλοιπες ημέρες κάνουν επισκέψεις σε σπίτια των συγγενών ή φίλων. Κανείς δεν εργάζεται. Στο Κουρμπάν Μπαϊράμ, όπως κάθε Μπαϊράμι, γίνονται επισκέψεις στους τάφους των νεκρών συγγενικών προσώπων όπου διαβάζουν προσευχές από το κοράνι. Την πρώτη μέρα του Μπαϊραμιού, τις πρωινές ώρες, γίνονται στα τζαμιά το "Μπαϊράμ ναμαζί" (προσευχή του Μπαϊραμιού) και στη συνέχεια εφαρμόζοντας την εντολή του Αλλάχ και την πράξη του προφήτη Ιμπραχήμ, σφάζουν το θυσιασμένο Κουρμπάν (ένα πρόβατο). Γίνονται επισκέψεις στα συγγενικά πρόσωπα, πρώτα στη μητέρα και τον πατέρα και στη συνέχεια σε γνωστούς και συγγενείς για να τους ευχηθούν για το Μπαϊράμι φιλώντας τα χέρια των μεγάλων και μοιράζουν δώρα στους μικρούς. Με τον τρόπο αυτό θέλουν να συνεχιστεί η αγάπη και ο σεβασμός-αδελφοσύνη μεταξύ τους. Το Κουρμπάν (αρνί) που σφάζουν, το μοιράζονται με φτωχές οικογένειες, όπως το επιβάλλει η θρησκεία, για την αλληλοστήριξη και βοήθεια στους φτωχούς. Έτσι μπορούν και οι φτωχοί να συμμετέχουν με χαρά στο Μπαϊράμι.


Το έθιμο της καμήλας

Το ίδιο διάστημα γίνεται το έθιμο της καμήλας, αποκλειστικά από αγόρια. Ντύνονται σα γυναίκες ή στρατιώτες ή κυνηγοί. Δυο αγόρια ντύνονται ο ένας γαμπρός κι ο άλλος νύφη. Οι υπόλοιποι ντύνονται άλλα πρόσωπα: πατέρας, μάνα και πολλά κορίτσια. Το ίδιο απόγευμα διαλαλούν στις γειτονιές και σε κάθε σπίτι, ότι τους περιμένουν στο γάμο του Τζεμίλ και της Τζεμιλέ, που θα γίνει στην πλατεία του χωριού.

Το "ασσουρέ"

Το "ασσουρέ" είναι ένα παραδοσιακό γλύκισμα που κάνουν οι μουσουλμάνοι στον τόπο μας. Είναι κάτι αντίστοιχο με τη δική μας "βαρβάρα". Το φτιάχνουν σαράντα ημέρες μετά το "κουρμπάν - μπαϊράμ", μια από τις πιο μεγάλες θρησκευτικές γιορτές τους. Η παράδοση των μουσουλμάνων λέει ότι, όταν ο Νώε άραξε με την κιβωτό, μετά τον κατακλυσμό, στο όρος Αραράτ, κατέβασε τα ζώα στη γη και όλοι μαζί γιόρτασαν τη σωτηρία τους. Τα μόνα τρλοφιμα όμως που τους είχαν απομείνει ήταν διάφοροι ξηροί καρποί και σπόροι, τους οποίους έβρασαν κι έφαγαν. Η βάση του "ασσουρέ" είναι λίγο σπασμένο σιτάρι, που το λένε: "κεσκέκ". Στη συνέχεια προσθέτουν φασόλια, ρεβίθια, καλαμπόκι, ρύζι, αμύγδαλα, καρύδια, σύκα, σταφίδες, διάφορα μυρωδικά, ζάχαρη, καθώς επίσης και το λίπος από την ουρά του ζώου που είχαν σφάξει στο "κουρμπάν - μπαϊράμ". Το "ασσουρέ" το μοιράζουν σε επτά φτωχές οικογένειες.

Το "Ραμαζάν Μπαϊράμ"

Το "Ραμαζάν Μπαϊράμ" γίνεται γύρω στο Νοέμβριο, ανάλογα με το φεγγάρι. Η γιορτή συνδέεται με την αποκάλυψη του Κορανίου στο Μωάμεθ από τον Αλλάχ. (μας θυμίζει την ιστορία της αποκάλυψης των "Δέκα Εντολών" στο Μωυσή). Είναι μια ευκαιρία για τους μουσουλμάνους να "καθαρίσουν την ψυχή τους και το σώμα τους", όπως εμείς οι χριστιανοί κάνουμε κατά τη νηστεία. Άλλωστε "ραμαζάν" σημαίνει νηστεία. Κατά τη διάρκεια του ραμαζανιού δεν τρώνε, δεν πίνουν, δεν καπνίζουν, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Τη νύχτα μπορούν να φάνε ό, τι θέλουν. Όταν τελειώνει ο μήνας τελειώνει και η νηστεία. Τότε γιορτάζουν το "Ραμαζάν Μπαϊράμ", που διαρκεί τρεις ημέρες. Την πρώτη μέρα, σηκώνονται το πρωί και πηγαίνουν στο τζαμί για να προσκυνήσουν. Γυρίζοντας στα σπίτια τους τρώνε όλοι μαζί και οι νεότεροι σε ηλικία εύχονται στους ηλικιωμένους "χρόνια πολλά", φιλώντας τας τους το χέρι. Εκείνοι τους προσφέρουν δώρα ή χρήματα και γλυκά. Κατόπιν, οι νέοι και τα παιδιά, επιστρέφουν πάλι στο τζαμί, ντυμένοι με παραδοσιακά φορέματα. Μετά, αρχίζουν να γυρνάνε στο χωριό, από σπίτι σε σπίτι με τα νταούλια και τους ζουρνάδες. Όσο διαρκεί το Μπαϊράμι, διοργανώνονται γλέντια και εκδηλώσεις.





H Mουσουλμανική μειονότητα σε απογραφή του 1991.

β) Πομάκοι: Οι Πομάκοι είναι μία μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα που μιλάει μία διάλεκτο της βουλγαρικής και συγκεκριμένα την Πομακική γλώσσα. Σήμερα η πληθυσμιακή αυτή ομάδα είναι διασκορπισμένη μεταξύ Ελλάδος, Βουλγαρίας, ΠΓΔΜ, Τουρκίας και Αλβανίας. Η πλειοψηφία των Πομάκων συγκεντρώνεται στην Βουλγαρία. Οι Πομάκοι είναι Σουνίτες μουσουλμάνοι αλλά κυρίως στα πομακοχώρια του Έβρου και της ανατολικής Ροδόπης υπάρχουν οι Κιζιλμπάσηδες, μια αλεβίτικη αίρεση Μπεκτασήδων με ξεχωριστά πολιτιστικά χαρακτηριστικά και εκτιμάται ότι είναι το 5% του πληθυσμού των Πομάκων.

Καταγωγή

Οι χώρες όπου ζουν οι Πομάκοι διεκδικούν την εθνική τους καταγωγή. Τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ελλάδα, η Τουρκία αλλά και οι υπόλοιπες χώρες έχουν διεκδικήσει τους Πομάκους, παρουσιάζοντας διαφορετικά ιστορικά στοιχεία προκειμένου να ενισχύσουν τους εθνικούς μύθους προσεταιρισμού τους. Δύο αδιαμφισβήτητα δεδομένα είναι ότι οι Πομάκοι είναι Βουλγαρόφωνοι και είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Για την προέλευση των Πομάκων έχουν διατυπωθεί διάφορες αντικρουόμενες θεωρίες:



Πομάκες στο χωριό Μούγλα της Βουλγαρίας (1934).


· Στην Ελλάδα ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι του Παιονικού φύλου των Αγριάνων. Σύμφωνα με τους Έλληνες ο αρχαίος αυτός θρακικός λαός αναμίχτηκε με ελληνικά φύλα και στη συνέχεια εκσλαβίστηκε γλωσσικά και ασπάστηκε την ισλαμική θρησκεία κατά την οθωμανική περίοδο.
· Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν τους Πομάκους εξισλαμισμένους Βούλγαρους. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία Βουλγάρων ιστορικών οι Πομάκοι που συγκεντρώνονταν στην οροσειρά της Ροδόπης αλλαξοπίστησαν στο ισλάμ κατά την οθωμανική αυτοκρατορία, με δική τους πρωτοβουλία, κυρίως για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους. Οι Πομάκοι στην Βουλγαρία δεν αναγνωρίζονται ως ξεχωριστή μειονότητα και αναγνωρίζονται μόνο ως Βούλγαροι.
· Κατά τους Τούρκους ιστορικούς είναι Τούρκοι "Κουμάνοι" οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ροδόπης πριν την Οθωμανική κατάκτηση της περιοχής. Τα φύλα αυτά που λόγω της γειτνίασης με Σλάβους έμαθαν τη Βουλγαρική γλώσσα με την συνεχή επαφή με τους Βούλγαρους χριστιανούς.
· Οι Σλαβομακεδόνες ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι Σλαβομακεδόνες οι οποίοι ασπάστηκαν βίαια το Ισλάμ από τους Οθωμανούς.
· Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία οι Πομάκοι είναι ξεχωριστή εθνότητα η οποία δεν έχει σχέση με τους λαούς της περιοχής. Η Βουλγάρικη γλώσσα οφείλεται με την συχνή επαφή με τους χριστιανούς Βούλγαρους.
Οι Πομάκοι κατοικούν στον ορεινό όγκο της Ροδόπης στη Θράκη, καθώς και στην Ανατολική Ρωμυλία στη Βουλγαρία. Η πλειοψηφία των Πομάκων βρίσκεται στη Βουλγαρία και εντοπίζονται περισσότερο στο γεωγραφικό χώρο νότια της Φιλιππούπολης μέχρι βόρεια της Ξάνθης και της Κομοτηνής. Εκτιμάται πως ο πληθυσμός τους ανέρχεται σε 385.000 στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης (μέσα σε αυτόν τον αριθμό συμπεριλαμβάνονται και μικρές κοινότητες πομάκων στην ΠΓΔΜ, Αλβανία, Τουρκία κλπ).
Οι Πομάκοι είναι μια μεσογειακή φυλή κοινής καταγωγής με τους υπόλοιπους Έλληνες, η οποία, όμως, κάτω από συνθήκες λιγότερο ή περισσότερο γνωστές, εξισλαβίσθηκε γλωσσικά και εκμωαμεθανίστηκε θρησκευτικά, χωρίς να έχει καμιά σημασία αν αυτό έγινε με ή χωρίς βία. Η φυλή τούτη, που έμεινε, και εξακολουθεί να μένει, ξεχασμένη και ίσως για πολλούς άγνωστη, είναι εντυπωσιακά δεμένη με τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα κι έχει όλα τα σωματοσκοπικά και ανθρωπολογικά γνωρίσματα των Ελλήνων.
Απόγονοι των Αγριάνων, οι Πομάκοι ζουν σ’ ένα δικό τους κόσμο που τον συνθέτουν σκληρή δουλειά στο καπνοχώραφο ή στο δάσος, προσευχή στο τζαμί και καφές στο καφενείο. Η έκφραση και το χρώμα των ματιών τους, η λιπόσαρκη κορμοστασιά και το δέσιμό τους με το χώμα των πατέρων τους, αλλά και η πνευματική οξύτητα των παιδιών τους, φωνάζουν πως η φυλή τούτη έχει τη Μεσόγειο στο αίμα της, μυρίζει Αιγαίο.



Εθνολογικός χάρτης του 1877 από τον Αυστριακό διπλωμάτη Carl Sax [28]. Στο χάρτη με καφέ χρώμα είναι σημειωμένες οι γεωγραφικές περιοχές όπου συγκεντρώνονται οι Πομάκοι.

Πολιτισμός - Ήθη και έθιμα

1. ΚΑΤΟΙΚΙΑ: Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σπιτιών σ’ όλα τα χωριά της ορεινής Ροδόπης είναι τα δυο πατώματα. Όλα τα πομακικά σπίτια αποτελούνται από δυο πατώματα. Τα υλικά της κατασκευής είναι πέτρα, πλίνθοι και ξύλα. Το πρώτο πάτωμα κατασκευάζεται όλο με πέτρα και χρησιμεύει σαν αχυρώνας ή σαν αποθήκη, με αυλή δίπλα για διάφορες δουλειές του σπιτιού και πάνω είναι το δεύτερο πάτωμα, που γίνεται με πλίνθους και ξύλα και χρησιμεύει για κατοικία, όπου οδηγεί εξωτερική σκάλα, ξύλινη. Πολύ συνηθίζονται οι πρωτόγονες κάπως βεράντες, είδος χαγιατιού της Ν. Ελλάδας, που σχηματίζονται σε κάποια εσοχή του δεύτερου πατώματος κι όπου απλώνονται τα καπνά και τα καλαμπόκια για στέγνωμα. Το εσωτερικό του δεύτερου πατώματος αποτελείται από μια σάλα και δυο τρία δωμάτια, με ντουλάπες εντοιχισμένες και με τζάκι. Συνηθίζονται, επίσης, και τα καφασωτά παράθυρα, για να μη φαίνονται οι χανούμισσες και τα χανουμάκια.

2. ΦΟΡΕΣΙΑ: Οι άνδρες στη Μύκη, που διατηρεί πιο γνήσια λαογραφικά στοιχεία, ντύνονται με δικά τους μάλλινα ρούχα, που υφαίνουν στον αργαλειό οι γυναίκες, χρώματος καφέ. Πουκάμισο φαντό, γιλέκο με κόπιτσες, πουτούρι με ζωνάρι κόκκινο, λαστιχένια παπούτσια από τα πολύ φθηνά, που, ασφαλώς, αντικατέστησαν τα τσαρούχια, κι ένα σκούφο στο κεφάλι, που δε μοιάζει μήτε για φέσι μήτε για καπέλο. Η φορεσιά αυτή έχει καταφάνερη την τουρκική επίδραση, αλλά δε μοιάζει τελείως με τη φορεσιά των Τούρκων σ’ όλες τις λεπτομέρειες. Η έλλειψη του φεσιού κι ορισμένες ομοιότητες με την ντόπια ελληνοθρακιώτικη φορεσιά, δείχνει και κάποια παλαιότερη βυζαντινή επίδραση.
Οι γυναίκες ντύνονται σαν τις χανούμισσες, με βράκες πολύχρωμες, στις οποίες κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα, αλλά δεν πολυσυνηθίζουν τη μαύρη κελεμπία (χιτώνα) και το μαύρο φερετζέ, που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Τουρκάλας χανούμισσας.
Η ταύτιση των ηθών και εθίμων Αχαιών και Πομάκων είναι απόλυτη. Η θρησκεία και η γλώσσα άλλαξαν, τα έθιμα παραμένουν ίδια. Ο αρχηγός της οικογένειας διατηρεί την απόλυτη εξουσία και έχει δικαίωμα να διατάζει την γυναίκα του και τα παιδιά του. Ο οικογενειακός δεσμός έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Τα έθιμα απαιτούν η γυναίκα να μην βγαίνει συχνά από το σπίτι, να δέχεται μόνον στενούς συγγενείς ή άλλες γυναίκες, μόνο αν το επιτρέπει ο άντρας της.
Ο πατέρας-αφέντης δουλεύει στο καπνοχώραφο, πηγαίνει στο καφενείο και προσεύχεται στο τζαμί πέντε φορές την ημέρα. Ο Πομάκος είναι λιγομίλητος, με έναν εσωτερικό πολιτισμό και μια έμφυτη ευγένεια πού την δείχνει σ’ αυτόν πού θα εμπιστευθεί. Υπηρετεί στον ελληνικό στρατό, ως Έλλην υπήκοος, αλλά πάντα επιστρέφει στον ρόλο του. Η γυναίκα, αμίλητη, υπομονετική, καταπιεσμένη, στα καπνοχώραφα, στο σπίτι, μια διαρκής προσπάθεια να είναι αρεστή, να γεννοβολάει, κατά προτίμηση αγόρια. Μια φιγούρα που περιφέρεται με μπλέ σκούρο φόρεμα και κόκκινη φουφούλα από μέσα, κεντημένη ποδιά, κόκκινο στολισμένο μαντήλι, χοντρές πολύχρωμες κάλτσες και λαστιχένια παπούτσια. Στα πλαίσια του εκτουρκισμού τους, σήμερα δύσκολα τις ξεχωρίζεις από τις υπόλοιπες μουσουλμάνες, με τα μαύρα παλτά (τους φερετζέδες) και τα άσπρα τσεμπέρια τους. Η σχέση των δύο φύλων δεν υφίσταται πριν το γάμο, παρά μόνο με την σκιά της πεθεράς. Το αποτέλεσμα είναι να παντρεύονται το αργότερο μέχρι τα είκοσι και συνήθως για τους άντρες πριν φύγουν φαντάροι, εξασφαλίζοντας έτσι την σίγουρη επιστροφή τους στο χωριό.
Ο τοκετός που κάθε άλλο παρά ιδιωτική υπόθεση είναι, γίνεται τις περισσότερες φορές στο σπίτι, παρουσία όλων των μελών της οικογένειας. Έχοντας πάψει πια να πιστεύουν ότι η βρεφική θνησιμότητα οφείλεται στο κισμέτ, καλούν όλο και συχνότερα και εμπιστεύονται απόλυτα τον γιατρό.Ως μουσουλμάνοι περιμένουν με μεγάλη χαρά και ανυπομονησία το Χατζηλίκι, καθώς επί ένα μήνα πριν την αναχώρηση τους για την Μέκκα, μένουν στο τζαμί και προσεύχονται. Βεβαίως εξέχουσα θέση στις γιορτές τους κατέχουν το Κουρμπάν μπαϊράμ και το Σεκέρ μπαϊράμ καθώς και το Ραμαζάνι. Βαθιά θρησκευόμενοι μουσουλμάνοι, πιστεύουν στην μεταθανάτια ζωή και στην λύτρωση της ψυχής από την φυλακή της σάρκας. Στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου στον Εχίνο παρελαύνει μία διμοιρία οπλιτών Πομάκων των ΤΕΑ. «Γιασασίν γιρμπί μπές Μάρτζ. Ζήτω η 25η Μαρτίου» αναφωνούν οι μαθητές και οι μαθήτριες.

γ) Ρομά  

Ιστορική διαδρομή

Οι Ρωμά ή Ρρωμά και Roms ή Rroms, είναι ένας λαός πένητας και πλάνης, όσο όμως μουσικός που προέρχεται από τα Βορειοδυτικά της Ινδίας, κοντά στο Ιρανικό οροπέδιο. Οι περισσότεροι μιλούν μια διάλεκτο που οι γλωσσολόγοι την ονομάζουν Rromani, ενώ βρήκαν πολλά κοινά στοιχεία με τις λεγόμενες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και ειδικότερα με τις Ινδοευρωπαϊκές διαλέκτους του Πακιστάν και του οροπεδίου του Ιράν.Πιθανότατα η πρώτη ιστορική αναφορά για τους Ρόμ (Τσιγγάνους) γίνεται από τον Ηρόδοτο που αναφέρει τον λαό των "Σιγύνων". Πριν ακόμη από την άλωση της Κωνσταντινούπολης , πυκνές ομάδες της νομαδικής αυτής φυλής είχαν αρχίσει να περιτρέχουν τη Θράκη, τη Μακεδονία και στη συνέχεια τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Οι πρώτες ειδήσεις που αναφέρονται στη διασπορά τους στις Ευρωπαϊκές χώρες χρονολογούνται από το 1417 μ.χ. όταν πολυάριθμες ομάδες των Ρόμ εμφανίσθηκαν στη Γερμανία . Οι τότε χρονογράφοι τους περιγράφουν με το όνομα "Τσιάνοι". Ζούσαν σε σκηνές και περνούσαν μια πολύ σκληρή ζωή. Δεν είχαν -κατά τους χρονογράφους-πατρίδα ούτε θρησκεία , αλλά βεβαίωναν ότι ήταν χριστιανοί. Είχαν αρχηγούς που ήταν έφιπποι και καλοντυμένοι σε αντίθεση με τους υπόλοιπους , που στην πλειοψηφία τους βάδιζαν σαν μπουλούκι και κυρίως ξυπόλυτοι. Από το 1417 μέχρι το 1430 εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη Γερμανία αλλά και στις Ευρωπαϊκές χώρες. Εμφανίζονται στην Ευρώπη χρονολογικά ως εξής:
                                                                                                        


1418 : Ελβετία

1422 : Ιταλία

1427 :Γαλλία

1433 : Δανία

1445 : Ισπανία - Εκεί υπήρχαν ήδη συγγενικά φύλλα.

1500 : Αγγλία

ΔΙΩΓΜΟΙ ΑΠΟ ΤΟ 1500 ΕΩΣ ΤΟ 1800
¨ Μερικά χρόνια μετά το 1500 μ.χ. σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ακολουθεί γενικός διωγμός των Τσιγγάνικων φυλών. Πολλοί σκοτώνονται αμείλικτα με τη δικαιολογία ότι ανήκουν σε καταραμένη φυλή . Οι κυριότερες δικαιολογίες για τους διωγμούς αυτούς ήταν : ιεροσυλία , αρπαγή νηπίων , ανθρωποθυσίες , ανθρωποφαγία.
¨ Οι διωγμοί κράτησαν 200 περίπου χρόνια .Πολλές φυλές εξοντώθηκαν. Αρκετοί αναγκάστηκαν να γίνουν δουλοπάροικοι ή συγχωνεύθηκαν με τους πληθυσμούς των διαφόρων χωρών.
¨ Παρά τους διωγμούς αρκετές φυλές κατάφεραν να διασωθούν και να επιβιώσουν και συνέχισαν τις περιπλανήσεις τους στα διάφορα κράτη της Ευρώπης.



Πληθυσμιακές εκτιμήσεις των Ρομά στην Ευρώπη.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι Ρωμά, Τσιγγάνοι, Γύφτοι, Κατσίβελοι, της περιοχής είναι η πιο ολιγάριθμη από τις τρεις μουσουλμανικές μειονότητες της Θράκης που συμπεριλαμβάνονται στη συνθήκη της Λοζάνης. Οι κυριότεροι οικισμοί όπου ζουν, είναι η Ορεστιάδα, το Διδυμότειχο, η Αγριάνη, η Αλεξανδρούπολη, οι Σάπες, ο Άρατος, η Κομοτηνή, η Ξάνθη, το Εύλαλο, κλπ. Ο πληθυσμός τους ανέρχεται στις είκοσι περίπου χιλιάδες ενώ άλλες πέντε χιλιάδες μένουν στην υπόλοιπη Ελλάδα -Θεσσαλονίκη, Ημαθία, Εύβοια, Αττική- καθώς επίσης και στην Ευρώπη {Γερμανία κλπ.}.
Ο Ελληνικός λαός έχει συνηθίσει την παρουσία των Ρόμ από τα παλιά χρόνια. Οι Ρόμ μόλις πρωτοπάτησαν το πόδι τους στην Ευρώπη συνάντησαν την Ελληνική γλώσσα που κυριαρχούσε τότε . Συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι ότι πάρα πολλά στοιχεία της Ελληνικής ενσωματώθηκαν στις διαλέκτους των Ρόμ . Στην Ελλάδα κατά το παρελθόν ασχολήθηκαν με τη σιδηρουργία κυρίως . Ακόμη οι Έλληνες αποκαλούν "γύφτους" τους σιδεράδες. Άλλες τέχνες που ανέπτυξαν οι νομάδες και για τις οποίες έγιναν συμπαθείς στους Έλληνες είναι η ανταλλαγή κυρίως ζώων και η Μουσική .Σήμερα αλλά και στο παρελθόν έχουν αναδειχθεί και έχουν γίνει διάσημοι στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού κυρίως πάρα πολλοί ¨Έλληνες Ρόμ. Οι "τσιγγάνοι" χρησιμοποιήθηκαν σε πάρα πολλές περιπτώσεις σαν ιδανικοί εκτελεστές Δημοτικών τραγουδιών . Τα όργανα που αγαπούν είναι κυρίως το κλαρίνο και τα κρουστά. Σε πολλές παραδοσιακές εκδηλώσεις και τοπικά πανηγύρια μετέχουν ενεργά σαν οργανοπαίχτες. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Τυρνάβου (Μπουρανί) , της Κατερίνης (Περπερίτσα), Βαρθολομιού (Μπούλες). Γενικότερα και σε ολόκληρη την Ελλάδα στον εορτασμό της Πρωτομαγιάς και της Καθαρής Δευτέρας , θα δούμε πολλές Ρόμ "κομπανίες" να προσφέρουν τη χαρά στους πανηγυριώτες έναντι συνήθως μικρής αμοιβής. Βεβαίως πάρα πολλοί Ρόμ έχουν σταματήσει τη νομαδική ζωή σήμερα και στην Ελλάδα. Κυριότερες σήμερα ασχολίες τους είναι :
¨ Το εμπόριο κυρίως στις λαϊκές αγορές
¨ Η προσφορά εποχιακής εργασίας (Καρπούζι , βαμβάκι κλπ)
¨ Η Μουσική

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
-Τσιγγάνικος γάμος : Είναι το χαρακτηριστικότερο έθιμο.
Οι Ρόμ γλεντούν για μέρες στο γάμο.
-Τα "κεράσματα",είναι ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των οικογενειών που είναι καλεσμένες αλλά και των οικογενειών του γαμπρού και της νύφης.
-Αποκορύφωμα του γλεντιού είναι η πανηγυρική επίδειξη στους καλεσμένους,του "σεντονιού",που είναι η απόδειξη της εντιμότητας της νύφης.
- Κάνουν κουμπαριές με ανθρώπους που εκτιμούν και σέβονται.
- Κάθε ομάδα έχει το δικό της αιρετό άρχοντα που εκλέγεται συνήθως δια βοής. Οι ομάδες συνδέονται μεταξύ τους με διάφορες σχέσεις κυρίως οικογενειακές. Ο αιρετός άρχοντας έχει και δικαστική εξουσία. Συνήθως εκπροσωπεί την ομάδα απέναντι στις αρχές της χώρας που ζει η ομάδα.
- Κατά το παρελθόν η κοινωνική διάρθρωση της ομάδας είχε μητριαρχικό χαρακτήρα
Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΡΟΜ : Είναι η γιορτή της Άνοιξης. Η προέλευσή της είναι Ελληνική. Γιορτάζεται από 23 Απρίλη μέχρι 1 Μάη σε όλη την Ευρώπη.
ΓΛΩΣΣΑ: Μια και οι Ρομ δεν έχουν γραπτή γλώσσα , υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην καταγραφή διατήρηση και μελέτη του γλωσσικού τους ιδιώματος. Οι διάφορες ομάδες μιλούν ιδιώματα που έχουν αρκετά μεγάλη σχέση μεταξύ τους και συναπαρτίζουν αυτό που αποκαλείται "τσιγγάνικη διάλεκτος" . Συνήθως χρησιμοποιείται μεταξύ τους σαν συνθηματική γλώσσα. Στις επαφές τους με τους ντόπιους χρησιμοποιούν τη γλώσσα του τόπου που διαμένουν.






Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Η Κομοτηνή και η ιστορία της



Η Κομοτηνή (παλαιότερα και Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine, βυζαντινά: Κουμουτζηνά, Κομοτηναί ή Κομοτηνά) πρωτεύουσα της ελληνικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας, στο νομό Ροδόπης. Είναι έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης. Στην Κομοτηνή, επίσης, έχει την έδρα του το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Με την ύπαρξη της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οδήγησαν στη διαδοχική κατοχή της πόλης από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, μέχρι την οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια το 1920.

Κατά την διάρκεια της συνεχόμενης Οθωμανικής κυριαρχίας στην πόλη (το διάστημα 1363-1912) πλειοψηφούσαν οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί ]. Η περίοδος κατά την ενσωμάτωση της πόλης στην Ελλάδα όπως και η υποδοχή των πληθυσμών της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης μετέβαλε τα δημογραφικά δεδομένα καθιστώντας σταδιακά τον χριστιανικό πληθυσμό πλειονοτικό έναντι του μουσουλμανικού , με την πληθυσμιακή σύνθεση να συμπληρώνεται από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της με τα συνεπαγόμενα προβλήματα ένταξης των μειονοτικών ομάδων.

Η ιστορία της ξεκινάει από τα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Τότε η Θράκη ήταν διάσπαρτη με οχυρά κατά μήκος της Εγνατίας Οδού. Ανάμεσα σ’αυτά ήταν και ένα που αποτέλεσε τον πυρήνα μιας μικρής πόλης, των Κουμουτζηνών ή Γκιουμουλτζίνας ή Κομοτηνής. Το φρούριο αυτό χρονολογείται από τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα, στην εποχή του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Ήταν ασήμαντο φρούριο, που το 1207 ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Σκυλογιάννη, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Ο πληθυσμός από τότε αυξανόταν συνεχώς. Στις αρχές του 14ου αιώνα έγινε πόλη.
1348: Πρώτη εισβολή των Οθωμανών Τούρκων στη Θράκη. Κατέλαβαν σημαντικές πόλεις, ηττήθηκαν, όμως, από τον αυτοκρατορικό στρατό και αποσύρθηκαν.
1361: Ο σουλτάνος Μουράτ Α’ κατέλαβε το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη.
1371: Δέκα χρόνια μετά ο αρνησίθρησκος (ελληνικής καταγωγής) στρατηγός των Τούρκων Γαζή Εβρενός Μπέη κατέλαβε την Κομοτηνή και τη Δυτική Θράκη.
Η πόλη τότε ονομάστηκε Γκιουμουλτζήνα. Από τότε αρχίζει η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας στη Θράκη…
1453: Το μοναδικό ελεύθερο τμήμα της Θράκης, η Κωνσταντινούπολη, έπεσε και αυτή και μαζί της έπεσε και ο Ελληνισμός.
Τουρκοκρατία: Έξι αιώνες κράτησε στη Θράκη και η περιοχή δοκιμάστηκε σκληρά από τους βίαιους εξισλαμισμούς. Ο πληθυσμός εργαζόταν για τους Τούρκους και τα κτήματα ανήκαν σε μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα («βακούφια»). Οι σημαντικότερες πόλεις με βιοτεχνική και εμπορική ανάπτυξη ήταν η Αδριανούπολη, η Φιλιππούπολη, η Ραιδεστός, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Αγχίαλος, η Μεσημβρία, η Καλλίπολη, η Σωζόπολη και η Αίνος.
Επανάσταση 1821 και έπειτα: Εξαιτίας των εδαφολογικών συνθηκών και της γειτνιάσεως με την Κωνσταντινούπολη η Θράκη δεν έχει επίσημη και γενική συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παρόλα αυτά οι Θράκες έδωσαν το παρόν και ως μέλη της Φιλικής Εταιρείας και στο στρατό του Αλέξανδρου Υψηλάντη και πήραν μέρος στο ναυτικό αγώνα των Ελλήνων προσφέροντας τα πλοία και την περιουσία τους. Ξεχωρίζει το ζεύγος Δημήτρη και Δόμνας Βισβίζη. Οι Θράκες ήταν επίσης παρόντες σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία, μετά τη δημιουργία του πρώτου μικρού ελληνικού στρατού. Ο αφανισμός του Θρακικού ελληνισμού αρχίζει μετά τη δημιουργία του Βουλγαρικού κράτους το 1877.Οι κάτοικοι της Θράκης υπέστησαν από τους Βουλγάρους όσα δεν έπαθαν από τους Τούρκους σε διάστημα έξι αιώνων Τουρκοκρατίας: Πραξικοπηματικές προσαρτήσεις ελληνικών εδαφών στη Βουλγαρία, βιαιότητες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ξεριζωμός κατοίκων ολόκληρων πόλεων, δράση ένοπλων σωμάτων και προπαγανδας.
1912: Α Βαλκανικός Πόλεμος: Ο κίνδυνος εκτουρκισμού των χριστιανών κατοίκων της Βαλκανικής υποχρέωσε τα Βαλκανικά κράτη να συνενωθούν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιουργώντας την «Έβδομη μεγάλη Δύναμη» στην Ευρώπη. Κάθε κράτος κατά και μετά τον πόλεμο θα έπαιρνε όσα εδάφη προλάβαινε να κατακτήσει ο στρατός του. Οι Έλληνες κατέλαβαν τη Δυτική Μακεδονία μέχρι και τη Θεσσαλονίκη, αλλά οι Βούλγαροι πήραν ολόκληρη τη Θράκη (μαζί και την Κομοτηνή) και την Ανατολική Μακεδονία. Και από τότε άρχισε ξανά να φαίνεται η απληστία της Βουλγαρίας, που ήθελε να καταλάβει ολόκληρη τη Μακεδονία, πράγμα το οποίο στάθηκε αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου.
1913, Ιούλιος: Στο Β Βαλκανικό πόλεμο η Κομοτηνή απελευθερώνεται από τον ελληνικό στρατό (14 Ιουλίου) ο οποίος προηγουμένως είχε απελευθερώσει τις παραθαλάσσιες πόλεις Αλεξανδρούπολη, Μάκρη, Μαρώνεια και Πόρτο Λάγος. Οι έλληνες κάτοικοι της πόλης γιόρτασαν το γεγονός σε μία ατμόσφαιρα ξέφρενου ενθουσιασμού και συγκίνησης. Τότε στο Διοικητήριο της Κομοτηνής, το σημερινό παλαιό Δικαστικό Μέγαρο, υψώθηκε και η πρώτη Ελληνική Σημαία, ύστερα από 550 περίπου χρόνια κατάκτησης. Πρόκειται για την ιστορική Σημαία, που φιλοτέχνησαν βιαστικά εκείνη την ημέρα οι γυναίκες της πόλης. Η σημαία αυτή διαφυλάχθηκε και δωρίθηκε αργότερα, μετά την οριστική απελευθέρωση της πόλης, το 1920, στο Δήμο Κομοτηνής.
28 Ιουλίου – 10 Αυγούστου 1913: Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η Δυτική Θράκη (και η Κομοτηνή) παραχωρήθηκε στην ηττημένη Βουλγαρία. Αντέδρασαν οι Έλληνες αλλά και οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής και έκαναν παραστάσεις προς την Πύλη και τους Πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας αυτονομία. Παραχωρήθηκε τότε αυτονομία στην Κομοτηνή, λειτούργησε ως αυτόνομο κράτος, χωρίς, όμως, να παρέχει καμία ασφάλεια στους κατοίκους. Οι Βούλγαροι, μην μπορώντας με άλλο τρόπο να επιβληθούν στους Θράκες, προσεταιρίζονται Μουσουλμάνους, κυνηγούν τους Χριστιανούς, λεηλατούν και ληστεύουν, απαγορεύουν τον εκκλησιασμό και την ελληνική γλώσσα. Οι κάτοικοι αναγκάζονται να εκπατριστούν εγκαταλείποντας τα υπάρχοντά τους
Η ειρήνη. 1914-1918: Α Παγκόσμιος Πόλεμος: Ο ανταγωνισμός των Βαλκανικών δυνάμεων και της Τουρκίας συνεχίζονται στη Θράκη και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίπαλες δυνάμεις: Γερμανία, Αυστοουγγαρία, Τουρκία, Βουλγαρία Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 1918 ο πόλεμος τελείωσε με νίκη των συμμάχων.
1919: Στο Παρίσι, όπου συναντήθηκαν οι πρωθυπουργοί των συμμαχικών κρατών -την Ελλάδα εκπροσώπησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος- εκδηλώθηκαν διαφωνίες για την τύχη της Δ. Θράκης. Τον Αύγουστο του 1919 καταλήφθηκε τμήμα της Δ. Θράκης από τα συμμαχικά στρατεύματα και ορίστηκαν Γάλλοι στρατηγοί ως διοικητές της. Ο Βενιζέλος τοποθέτησε ως αντιπρόσωπο της Ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Θράκη τον έμπειρο συνεργάτη του Χαρίσιο Βαμβακά. Χαρίσιος Βαμβακάς: Το έργο του Χ. Βαμβακά στη Θράκη ήταν μεγαλόπνοο. Εργάστηκε με διορατικότητα και με άφταστη διπλωματία, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που προκαλούσαν ξένα εθνικά στοιχεία αλλά και μερικοί έλληνες στρατιωτικοί και υπάλληλοι με το στενό μυαλό και τα πολιτικά μίση. Έτσι κέρδισε τη συμπάθεια και την εκτίμηση των συμμαχικών στρατευμάτων και κατόρθωσε να κυριαρχήσει στο ανώτερο συμβούλιο των αντιπροσώπων των κατοίκων της Δ. Θράκης.
22 Μαρτίου 1920: Στην εναρκτήρια συνεδρίαση του ανωτάτου αυτού συμβουλίου κατόρθωσε να αναδειχτεί στο αξίωμα του προέδρου ο Έλληνας Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς της Αδριανούπολης. Το γεγονός αυτό έπαιξε αποφασιστικό ρόλο για την προετοιμασία της κατάληψης της Δ. Θράκης από τον ελληνικό στρατό. Η κατάληψη της Δ. Θράκης ανατέθηκε στο σώμα στρατού εθνικής άμυνας, που μετονομάστηκε σε στρατιά Θράκης με διοικητή τον αντιστράτηγο Π. Ζυμβρακάκη.
1920, 14 Μάη: Ημερομηνία έναρξης των επιχειρήσεων για την οριστική κατάληψη ορίστηκε η 14η Μάη 1920, ημέρα Πέμπτη. Η χαρμόσυνη είδηση της απόφασης των συμμάχων για το γεγονός αυτό έκανε φτερά και έγινε αμέσως γνωστή στους κατοίκους της. Στην Κομοτηνή την παραμονή της εισόδου του στρατού μας όλοι ήξεραν ότι πλησιάζει η ώρα και μία ανείπωτη συγκίνηση και λαχτάρα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Εκείνη τη νύκτα όλη η πόλη έμοιαζε να αγρυπνά σε ολονύκτια ακολουθία. Όλη τη νύχτα άνδρες και γυναίκες πηγαινοέρχονταν και προετοίμαζαν την υποδοχή του στρατού. Μεγάλα λουξ τοποθετήθηκαν στους δρόμους και στήθηκαν συνεργεία σε κεντρικά σπίτια που έκοβαν και έραβαν ασταμάτητα ελληνικές σημαίες. Παντού άκουγες γέλια, ευχές και χαρούμενα τραγούδια. Και, όταν ξημέρωσε η 14η Μάη του 1920, η πόλη βρέθηκε να πλέει στο γαλανόλευκο. Και ο λαός της Κομοτηνής ξεχύθηκε να προϋπαντήσει τους ελευθερωτές του και διασχίζοντας την οδό Ξάνθης έφτασε με αλαλαγμούς και επιφωνήματα χαράς ως τη γέφυρα του Κουλάκογλου. Στο αντίκρυσμα του στρατού ξέσπασε σε ζητωκραυγές, αγκαλιές και χειροκροτήματα. Είναι δύσκολο, όμως, να περιγραφεί αυτό που σε λίγο ακολούθησε μέσα στην πόλη. Έβλεπε κανείς ένα πλήθος ανθρώπων με ανοιξιάτικα λουλούδια και στεφάνια στα χέρια με λαμπερά μάγουλα να αγκαλιάζεται και να φιλιέται, να πετά ανθοδέσμες και να ζητωκραυγάζει. Ήταν, όπως το παρουσιάζουν εκείνοι που έζησαν τις ανεπανάληπτες εκείνες στιγμές ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, μία τρελή χαρά, ένα ασυγκράτητο και έξαλλο πανηγύρι. Και ο στρατός βαθιά συγκινημένος με έφιππο μπροστά του Διοικητή το Ζυμβρακάκη βάδιζε προς την ασφυκτικά γεμάτη κεντρική πλατεία της πόλης. Η Δυτική Θράκη, η πολύπαθη χώρα, ήταν επιτέλους ελεύθερη. Ένα όνειρο τόσων χρόνων είχε γίνει πραγματικότητα.
1920, 28 Ιουλίου: Αργότερα έγινε και η τυπική κατακύρωση της Δ. Θράκης στην Ελλάδα με την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών στις 28 Ιουλίου 1920. Από το 1920 η επέτειος Απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 14 Μαίου. Είναι το σπουδαιότερο ιστορικό γεγονός στην περιοχή μας.
1922: Η καταστροφή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία έφερε στην Κομοτηνή και την περιφέρειά της χιλιάδες νέους κατοίκους, πρόσφυγες από τα άλλοτε αιμάζοντα ελληνικά εδάφη, και αύξησε τον πληθυσμό της.
Πριν και κατά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο: Δημιουργείται αρραγές βαλκανικό μέτωπο σε σκοπό αμυντικό, στο οποίο δε συμμετέχει η Βουλγαρία. Η τελευταία προσχωρεί στις Δυνάμεις του ʼξονα και συμπράττει με τη Χιτλερική Γερμανία, όταν αυτή επιτίθεται στην Ελλάδα. Η θρακική μεθόριος, με τα οχυρά της Νυμφαίας και του Εχίνου, αποτέλεσαν την πρώτη γραμμή άμυνας. Δεν μπόρεσε, όμως, να αναχαιτίσει τελικά την προέλαση των δυνάμεων της Βέρμαχτ. Η επίθεση ξεκινάει τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 1941 και ισχυρές γερμανικές δυνάμεις πεζικού με την υποστήριξη αρμάτων και αεροπορίας εισβάλλουν μέσα από το Βουλγαρικό έδαφος στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Οι Γερμανοί συνάντησαν σοβαρή και ανέλπιστη αντίσταση, τα οχυρά άντεξαν και οι αμυνόμενοι απέκρουσαν τη μία μετά την άλλη τις επιθέσεις. Στο τέλος κέρδισαν το θαυμασμό και το σεβασμό των επιτιθεμένων. Αρχίζει έτσι η Βουλγαρογερμανική κατοχή της περιοχής, η οποία λήγει με την απελευθέρωση ολόκληρης της Ελλάδας και τον τερματισμό του Β’ παγκοσμίου πόλεμου (Οκτώβρης 1944).

Αρχαιότητα, Ρωμαίοι και Βυζάντιο


Το Φρούριο χρονολογείται από τον 4 αι. μ.Χ.
Θρυλείται ότι το πόλισμα Κομοτηνή ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με την ομώνυμη κόρη του ζωγράφου Παρρασίου [12][13] Η ύπαρξη της πόλης ως οικισμός βεβαιώνεται ήδη από το 2ο αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τον 4ο αιώνα.[14] Τα σημερινά σωζόμενα τείχη είναι ερείπια βυζαντινού οχυρού το οποίο ανεγέρθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, κατά τον λαογράφο Στίλπωνα Κυριακίδη.[15][16][17] Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν ένα από τα πολλά διάσπαρτα φρούρια κατά μήκος της Εγνατίας οδού, που υπήρχαν στην περιοχή της Θράκης. Πιθανή θεωρείται η ταύτισή της με το ρωμαϊκό σταθμό Breierophara (πρόκειται για σύνθετο θρακικό τοπωνύμιο : βρε [= κάστρο] +iero [= ιερό] + phara [= para = πόρος, πέρασμα] ).[18] Σημαντικότερη πόλη εκείνη την περίοδο ήταν η γειτονική Μαξιμιανούπολη, η παλαιότερη Θρακική Πορσούλις ή Παισούλαι, η οποία μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη τον 8-9ο αιώνα.[19] Η Κομοτηνή αποτελούσε κόμβο της Εγνατίας οδού προς τη βόρεια κατεύθυνση που, μέσα από το πέρασμα της Νυμφαίας, οδηγεί στην κοιλάδα του Άρδα, τη Φιλιππούπολη και τη βυζαντινή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα).[20][21]

Κατά την περίοδο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή[22][23] και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά ενώ ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατήριακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.[24]

Σήμερα

Η Κομοτηνή σήμερα είναι μια πόλη πολυπολιτισμική.[78][79][80][81] Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά πολύγλωσσος για το μέγεθός της.[80][82] Αποτελείται από ντόπιους Έλληνες, απογόνους προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, Έλληνες Μειονοτικούς (Τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους, κυρίως Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα) και απογόνους Αρμενίων προσφύγων. Οι Τσιγγάνοι μένουν στον Ήφαιστο (παλιά ονομασία: Καλκάτζα),[83] έναν οικισμό 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Κομοτηνής και στην περιοχή Αλάν Κουγιού (Αλάνκιοϊ) γνωστό και ως "Τενεκέ Μαχαλά" μέσα στην Κομοτηνή [84] Την δεκαετία του 1990 [85] εγκαταστάθηκαν σε αυτή και παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ [86][87] (κυρίως Γεωργία, Αρμενία, Ρωσία, Ουκρανία και Καζακστάν [88]). Ο πληθυσμός της, κατά την απογραφή του 2011, είναι 55.812 κάτοικοι. Στο πανεπιστήμιο της φοιτούν περίπου 10.000[89] φοιτητές.

Μουσεία

Ο Ναός Κοιμήσεως της Παναγίας
Κτήριο Λαογραφικού Μουσείου (αρχιτεκτονική τύπου σαχνισιά)
Εκκλησιαστικό Μουσείο - στεγάζεται στο Ιμαρέτ Κομοτηνής
Μουσείο Καραθεοδωρή

Αρχαιολογικό Μουσείο: Στο μουσείο υπάρχουν εκθέματα από την ευρύτερη περιοχή της Θράκης από την Νεολιθική μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο. Εγκαινιάστηκε το 1976 και είναι έργο του αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη. Από πλευράς αρχιτεκτονικής, το κτήριο του μουσείου, θεωρείται από τα πιο σύγχρονα της πόλης. Εντυπωσιακό έκθεμα αποτελεί η χρυσή προτομή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Τα εκθέματα εστιάζουν κυρίως στην παρουσία των Ελλήνων και στην Ελληνική τέχνη στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου και της Θράκης.[119]
Λαογραφικό Μουσείο: Λειτουργεί από το 1962 και στεγάζεται στο αρχοντικό Πεϊδη το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα εκθέματα του προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Θράκης και την Μικρά Ασία και συμπεριλαμβάνουν παραδοσιακές φορεσιές, κεντήματα, αντικείμενα από χαλκό, ξύλο, πυλό και ασήμι, γεωργικά εργαλεία, εργαλεία παραδοσιακών επαγγελμάτων αλλά και είδη οικιακής χρήσης. Ανάμεσα στα εκθέματα βρίσκονται και τα προσωπικά αντικείμενα του Γρατινιώτη Αρχιεπίσκοπου Αθηνών Χρυσάνθου (1881-1949) από την Τραπεζούντα, όπου είχε διατελέσει μητροπολίτης. [120]
Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής: Από το 1999 στεγάζεται στο Ιμαρέτ Κομοτηνής. Στο μουσείο υπάρχουν εκκλησιαστικά εκθέματα, τα οποία χρονολογούνται από το 16ο έως τον 20ο αιώνα, όπως εικόνες, ιερά σκεύη, άμφια, χειρόγραφα από ναούς της περιοχής αλλά και δωρεές προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ροδόπης.[121] Το κτίριο θεωρείται από τα αρχαιότερα σωζόμενα δείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη [122][123][8] (αποτελείται από τρεις χώρους που διαμορφώνουν στην κάτοψη το σχήμα Τ - τύπου ζαβιγέ) και είναι κτισμένο με τη βυζαντινή τεχνική. Έχει συνδεθεί με τοπικές παραδόσεις των Κομοτηναίων για ύπαρξη βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας στη συγκεκριμένη θέση, και σύμφωνα με αυτές, στο κτίσμα ενσωματώθηκαν τμήματα του ναού. [120] Στη νότια πλευρά του κτίσματος έχει ανακαλυφθεί εντοιχισμένο μαρμάρινο γυναικείο κεφάλι ρωμαϊκών χρόνων.
Βυζαντινό Μουσείο: Στο μουσείο, το οποίο ανήκει στο Ίδρυμα Παπανικολάου, ευεργέτη της πόλης, υπάρχουν εκθέματα βυζαντινών εκκλησιαστικών αντικειμένων, βιβλία, κοσμήματα, νομίσματα και σφραγίδες.[124] Συστάθηκε το 1988 και εγκαινιάστηκε το 1991. Βρίσκεται παραπλεύρως του νομαρχιακού μεγάρου και στο ίδιο κτήριο υπάρχει και αμφιθέατρο 420 θέσεων.[125]
Μουσείο «Καραθεοδωρή»: Μουσείο αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή (Βερολίνο 1873 – Μόναχο 1950) ο οποίος ήταν κορυφαίος σύγχρονος Έλληνας μαθηματικός που διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο και καταγόταν από την Θράκη (Νέα Βύσσα Έβρου).[120]
Θρακικό, Εθνολογικό, Ιστορικό και Πολιτιστικό Μουσείο Κομοτηνής και Θράκης: Μουσείο αφιερωμένο στην αστική Κομοτηναϊκή οικογένεια του 19ου αιώνα. Στεγάζεται στο νεοκλασικό Αρχοντικό Σκουτέρη το οποίο κτίστηκε τέλος 19ου αιώνα. [120]
Μνημεία
Το Βυζαντινό Φρούριο. Τα σημερινά τείχη στη πόλη είναι ερείπια βυζαντινού κάστρου το οποίο ανεγέρθηκε στην τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395 μ.Χ.).[15] Ήταν τετράπλευρο με τέσσερις εισόδους, 16 πύργους και είχε ύψος 9,6μ.[15]
Ο σημερινός Ναός Κοιμήσεως της Παναγιάς χρονολογείται από το 1800 και πιθανολογείται [13] ότι έχει χτιστεί στα θεμέλια μεταβυζαντινού ναού, τα οποία χρονολογούνται από το 1548. Ο παλιός ναός βρισκόταν μέσα στα βυζαντινό κάστρο των Κουμουτζηνών. Ο σημερινός ναός Κοιμήσεως της Παναγίας βρίσκεται δίπλα στα ερείπια των βυζαντινών τειχών.
Σημαντικό μνημείο είναι το Εσκί Τζαμί (τουρκ. Eski Cami, Παλαιό Τζαμί) το οποίο ανοικοδομήθηκε το 1608/9 ή το 1677/78 κατά μια άλλη πηγή.[126] Στο συγκρότημα μαζί με το Εσκί Τζαμί και το Ιμαρέτ Κομοτηνής υπήρχε και οθωμανικό χαμάμ το οποίο κατεδαφίστηκε την δεκαετία του 1960.[127] Στη θέση του χαμάμ κτίστηκε το κτήριο το οποίο στεγάζει τα ΚΑΠΗ του δήμου Κομοτηνής [128] (βρίσκεται νοτίως του ιεροσπουδαστήριου Κομοτηνής).
Γενί Τζαμί. Σημαντικό οθωμανικό μνημείο (τουρκ. Yeni Cami, Νέο Τζαμί), το οποίο έχει τετράγωνη αίθουσα προσευχής με μοναδικό θόλο, χάρη στη διακόσμησή του με πλακίδια Νικαίας.[129] Η κατασκευή του χρονολογείται στο διάστημα 1600 και 1618 και ιδρύθηκε από τον Εκμεκτσίογλου Αχμάντ Πασά, υπουργό των Οικονομικών των Σουλτάνων Αχμάντ Α΄ και Οσμάν Β΄.[130] Σήμερα δίπλα στο Γενί Τζαμί βρίσκεται η Μουφτεία Κομοτηνής.
Το Παλιό δικαστικό μέγαρο, Οθωμανικής περιόδου, σχεδιασμένο από Ολλανδό αρχιτέκτονα περί το 1870. Ο μέγαρο κτίστηκε ως Διοικητήριο της Οθωμανικής διοίκησης επί σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ και του του Αβδούλ Χαμίτ Β’. [131]
Το Μνημείο του Ολοκαυτώματος για τους Εβραίους της Κομοτηνής στο πάρκο της Αγίας Παρασκευής.
Ο Πύργος του Ωρολογιού: Δίπλα στο Γενί Τζαμί βρίσκεται ο Πύργος του Ωρολογίου ο οποίος αποτελεί δείγμα του οθωμανικού εκσυγχρονισμού. Συνιστά αφιέρωμα του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ και χρονολογείται από το 1884. Η σημερινή μορφή του Πύργου είναι διαφορετική από την αρχική κατασκευή λόγω αρχιτεκτονικών επεμβάσεων που έγιναν την δεκαετία του 1950.[15]
Το Ηρώο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστό και ως Σπαθί από το ξίφος που απεικονίζεται στην ύψους 15 μέτρων μαρμάρινη στήλη του, σημείο αναφοράς της πόλης. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 25 Μαρτίου 1970.[132]
Στο βορειοανατολικά στην πόλη βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας [133].




https://www.youtube.com/watch?v=-jvubBgWWxk


ΠΗΓΕΣ : https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%AE