Η Κομοτηνή (παλαιότερα και Γκιουμουλτζίνα, τούρκικα: Gümülcine, βυζαντινά: Κουμουτζηνά, Κομοτηναί ή Κομοτηνά) πρωτεύουσα της ελληνικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας, στο νομό Ροδόπης. Είναι έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης. Στην Κομοτηνή, επίσης, έχει την έδρα του το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Με την ύπαρξη της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους Βούλγαρους στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α' Παγκόσμιου Πολέμου οδήγησαν στη διαδοχική κατοχή της πόλης από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, μέχρι την οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια το 1.
Κατά την διάρκεια της συνεχόμενης Οθωμανικής κυριαρχίας στην πόλη (το διάστημα 1363-1912) πλειοψηφούσαν οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί . Η περίοδος κατά την ενσωμάτωση της πόλης στην Ελλάδα όπως και η υποδοχή των πληθυσμών της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης μετέβαλε τα δημογραφικά δεδομένα καθιστώντας σταδιακά τον χριστιανικό πληθυσμό πλειονοτικό έναντι του μουσουλμανικού, με την πληθυσμιακή σύνθεση να συμπληρώνεται από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της με τα συνεπαγόμενα προβλήματα ένταξης των μειονοτικών ομάδων.
Η οικονομία της χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του τομέα παροχής υπηρεσιών, απόρροια γεωγραφικών και ιστορικών παραγόντων. Ο αστικός της χώρος παρουσιάζει ιδιαίτερη ποικιλομορφία χάρη στην ιστορία της και τον πολιτισμό της, στοιχεία που είναι υπεύθυνα και για τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα τα οποία τον διασπείρουν.
Αρχαιότητα, Ρωμαίοι και Βυζάντιο
Το Φρούριο χρονολογείται από τον 4 αι. μ.Χ.
Θρυλείται ότι το πόλισμα Κομοτηνή ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με την ομώνυμη κόρη του ζωγράφου Παρρασίου.Η ύπαρξη της πόλης ως οικισμός βεβαιώνεται ήδη από το 2ο αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τον 4ο αιώνα.Τα σημερινά σωζόμενα τείχη είναι ερείπια βυζαντινού οχυρού το οποίο ανεγέρθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, κατά τον λαογράφο Στίλπωνα Κυριακίδη.Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν ένα από τα πολλά διάσπαρτα φρούρια κατά μήκος της Εγνατίας οδού, που υπήρχαν στην περιοχή της Θράκης. Πιθανή θεωρείται η ταύτισή της με το ρωμαϊκό σταθμό Breierophara (πρόκειται για σύνθετο θρακικό τοπωνύμιο : βρε [= κάστρο] +iero [= ιερό] + phara [= para = πόρος, πέρασμα] ).Σημαντικότερη πόλη εκείνη την περίοδο ήταν η γειτονική Μαξιμιανούπολη, η παλαιότερη Θρακική Πορσούλις ή Παισούλαι, η οποία μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη τον 8-9ο αιώνα. Η Κομοτηνή αποτελούσε κόμβο της Εγνατίας οδού προς τη βόρεια κατεύθυνση που, μέσα από το πέρασμα της Νυμφαίας, οδηγεί στην κοιλάδα του Άρδα, τη Φιλιππούπολη και τη βυζαντινή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα).
Κατά την περίοδο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά ενώ ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατήριακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.
Οθωμανική περίοδος
Το "Γενί Τζαμί" (1585 ή 1600) και ο Πύργος του Ωρολογιού (19οςαιώνας)
Το Ιμαρέτ/σήμερα Εκκλησιαστικό Μουσείο (1360-1380)
Εσκί Τζαμί - 17ου αιώνα.
Η κατάκτηση της Βυζαντινής Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά σύμφωνα με παλαιούς Οθωμανούς χρονικογράφους τοποθετείται περίπου το 1361 με την κατάληψη της Στάρα Ζαγόρα και της Φιλιππούπολης βορειότερα. Η πλειοψηφία των πηγών θεωρούν ότι η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό κατακτητή Γαζή Εβρενός το 1361 ή 1362.Η πόλη αποτέλεσε την πρώτη στρατιωτική έδρα του Γαζή Εβρενός. Το 1371 οι Οθωμανοί νικούν τις δυνάμεις των Σέρβων στην Κριμένα και την ίδια εποχή κατακτάται η Καβάλα και το 1383 οι Σέρρες. Διάσημο είναι το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) (1370-1380) το οποίο έχτισε ο Εβρενός και διασώζεται.Εκτός από το Ιμαρέτ ο Εβρενός στην πόλη έκτισε μια μεγάλη έπαυλη, ένα ισλαμικό τέμενος, χαμάμ και μια πληθώρα καταστημάτων τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της ισλαμικής ζωής στην δυτική Θράκη. Τα κτήρια του Έβρενος βρισκόντουσαν έξω από το τείχος του κάστρου και μέσα σε αυτό συνέχισε να κατοικεί ο ελληνικός πληθυσμός. Ο αποικισμός με Τούρκους αγρότες στα χωράφια γύρω από την πόλη οφείλεται επίσης στον Εβρενός. Το Χαμάμ του Γαζί Εβρενός σωζόταν μέχρι το 1970 όταν κατά την διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών ανατινάχθηκε με δυναμίτη. Στο Χαμάμ υπήρχε αραβική επιγραφή του 14ου αιώνα η οποία είχε ήδη καταστραφεί από το 1923.Το χαμάμ βρισκόταν στην θέση όπου σήμερα βρίσκονται τα ΚΑΠΗ μεταξύ των οδών Φιλίππου, Αϊδινίου και παρόδου Αϊδινίου και περιγράφεται στο έγγραφο της ΙΣΤ' Αρχαιολογικής Περιφέρειας με αρ. πρωτ. 492/22-6-1971.
Η Οθωμανική κατάκτηση της Θράκης δημιούργησε προβλήματα στην επιβίωση του Ελληνικού στοιχείου. Το ελληνικό στοιχείο κυρίως διατηρήθηκε σε αγροτικές περιοχές των ανατολικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας.Η Κομοτηνή έκτοτε ήταν έδρα του ομωνύμου καζά και υπάγονταν έως το 1867 στο σαντζάκι (διοίκηση) Δράμας, ενώ με την καθιέρωση των βιλαετίων, εντάχθηκε σε αυτό της Αδριανουπόλεως.Σε αυτή την περίοδο επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Το 1452-5 είχε 511 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 422 εστιών ήταν μουσουλμανικές και αποτελούσε το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κέντρο στην περιοχή.Ο Γάλλος περιηγητής Πιέρ Μπελόν αναφέρει γύρω στα 1540, ότι κατοικείτο από Έλληνες και λίγους Τούρκους. Η περιγραφή του Πιέρ Μπελόν αμφισβητείται και θεωρείται ότι δεν είναι αντικειμενική (χαρακτηρίζεται ως περίεργη και ότι σίγουρα δεν ανταποκρίνεται με την πραγματική κατάσταση). Την εποχή εκείνη πλειοψηφούσε το οθωμανικό στοιχείο (για παράδειγμα στην απογραφή του 1530 η τότε Κομοτηνή είχε 17 μαχαλάδες όπου όλοι είχαν τουρκικά ονόματα ενώ στην πόλη υπήρχαν 16 τεμένη, 4 τεκέδες/ζαβιγιέ, τέσσερα σχολεία και μία εκκλησία). Το 1590 ο Οθωμανός γεωγράφος Μεχμέντ-ι Ασίκ και περιέγραψε ότι υπήρχαν Τεμένη της Παρασκευής, χαμάμ και αγορές. Οι επίσημες απογραφές του του 15 και 16ου αιώνα (9η και 10η απογραφή) δείχνει την ισχυρή πλειοψηφία των μουσουλμάνων Οθωμανών στην Κομοτηνή και στα χωριά της ευρύτερης περιοχής.Από τον 16ο αιώνα σχηματίστηκε σε αυτή εβραϊκή κοινότητα, η οποία αποτελούνταν από Σεφαραδίτες Εβραίους που ασχολούνταν με το εμπόριο υφασμάτων, μεταξιού και μαλλιού.Το 1585 η μουσουλμανική κοινότητα της Κομοτηνής ίδρυσε το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσέ) του Γενί τζαμιού που είχε τότε δύναμη 104 μαθητών και 19 δωμάτια. Ο Καθηγητής Μπαρκάν για την περίοδο των αρχών του 16ου αιώνα δημοσίευσε ένα χάρτη ο οποίος δείχνει το Τουρκικό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα τον χάρτη αυτό η Κομοτηνή τον 15ο και το μεγαλύτερο μέρος του 16ου αιώνα ήταν μια μικρή πόλη όπου υπήρχαν 250 μουσουλμανικές και 50 χριστιανικές οικογένειες. Η ανάπτυξη της πόλης θα πρέπει να έγινε μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα.Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει το φρούριο της πόλης ως μια στέρεη κατασκευή από τούβλα και πέτρες το οποίο κατοικείτο από πολλούς Εβραίους. Σύμφωνα με τον Τσελεμπή η πόλη το 17ο αιώνα έχει αναπτυχθεί και έχει 4.000 σπίτια, 16 ισλαμικά τεμένη τα οποία αντιστοιχούν τις 16 συνοικίες της πόλης. Γίνονται αναφορές στο Εσκί Τζαμί Κομοτηνής, το Γενί Τζαμί Κομοτηνής αλλά και στα τεμένη Χατζή Μπιτλίσλι, Κουλχά, Γαζί Εβρενός. Στην πόλη υπήρχαν 2 ιμαρέτ (Πτωχοκομεία), ισλαμικά σχολεία, 17 χάνια (Καραβάν Σεράι) και 400 μαγαζιά. Η πόλη ήταν εμπορικό κέντρο και μέσω του περάσματος της Μακάζα (δια της οροσειράς της Ροδόπης) υπήρχε εμπορική σύνδεση από της πόλης και την Φιλιππούπολη.
Το 18ο αιώνα μια πανούκλα στην περιοχή ερήμωσε την πεδινή Θράκη και ολόκληρα χωριά εξαφανίστηκαν. 7 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από την Κομοτηνή, κοντά στο χωριό Σύμβολα, διατηρείται σήμερα ένα μοναχικός μιναρές μέσα στα χωράφια. Εκεί βρισκόταν το χωριό με το όνομα Εσκί Γκιουμουλτζίνε (δηλαδή Παλαιά Κομοτηνή) το οποίο ερημώθηκε από την πανούκλα.
Από την Κομοτηνή προερχόταν ο λόγιος Αθανάσιος Βατοπεδινός ο εκ Κομοτηνής και ο αλβανικής καταγωγής Νασούχ πασάς (τουρκ. Gümülcineli Damat Nasuh Paşa), Μέγας Βεζίρης (1611 - 1614) και σύζυγος της Αϊσέ σουλτάν, κόρης του Σουλτάνου Αχμέτ του Α'.
19ος αιώνας
Γεωγραφική περιοχή του σαντζακίου Γκιουμουλτζίνας (19ος αιώνας).
Ο Ναός Κοιμήσεως της Παναγίας (1800) - πιθανόν στη θέση μεταβυζαντινής εκκλησίας του 1548.
Εβραϊκή συναγωγή Μπετ Ελ χρονολογούταν από τα μέσα 19ου αιώνα - κατεδαφίστηκε το 1994.
Ο Αρμένικος Ναός Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς) (1834) στην περιοχή "Αρμενιό".
Ο Άγγλος περιηγητής Έντουαρντ Ντάνιελ Κλάρκ αναφέρει ότι το 1801 η Κομοτηνή (Gymmergine, Γκιουμερτζίνα) είχε χίλιες εστίες, εκ των οποίων οι τετρακόσιες ανήκαν σε Έλληνες, εξήντα σε Εβραίους, δεκαπέντε σε Αρμένιους και πεντακόσιες είκοσι πέντε σε Τούρκους.
Κατά την Επανάσταση του 1821, σπουδαία ήταν η προσφορά των Κομοτηναίων με κυριότερους αγωνιστές, τον μετέπειτα μητροπολίτη Ιωαννίκιο, τον Αγγελή Κίρζαλη και το λοχαγό Σταύρο Κομπένο, μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Κατά την Οθωμανική απογραφή του 1831 στην Κομοτηνή υπήρχαν 37.568 κάτοικοι από τους οποίους οι 30.517 ήταν μουσουλμάνοι, οι 1.712 τσιγγάνοι και οι υπόλοιποι 5.339 ήταν χριστιανοί, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για Εβραίους και Αρμένιους.Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν στην πόλη Αρμένιοι κάτοικοι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου του 1834 εγκαινιάστηκε ο Αρμένικος Ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς), ο οποίος υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Ανδριανούπολης. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμένικης κοινότητας και σήμερα σώζεται η κτητορική επιγραφή όπου αναγράφεται το έτος κατασκευής και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του . Η εκκλησία παραδοσιακά τιμά και τον Άγιο Ιάκωβο.
Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και την Θεσσαλονίκη.Ανάμεσα τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες.Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του Βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά.Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή Συναγωγή, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής.
Η οικονομική ανάπτυξη στα τέλη του 19ου αιώνα
Η Κομοτηνή αποτέλεσε την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο).Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχεται έντονες πιέσεις από τη Βουλγαρική πλευρά.
Το 1880 λειτουργούσαν στην πόλη Παρθεναγωγείο και Αστική Σχολή Αρρένων, το λεγόμενο "Σχολαρχείο".Το 1885 ιδρύθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος "Ομόνοια" ο οποίος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην τοπική πνευματική ζωή, διοργανώνοντας θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες.Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, όπως μεταξύ άλλων ο Νέστωρ Τσανακλής, που με δωρεά του ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή και ο Δημήτριος Σίντος.Σημαντικές μορφές των γραμμάτων που γεννήθηκαν στην Κομοτηνή ήταν ο ιατρός και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Συμεωνίδης και η δασκάλα και ιατρός Βικτωρία Μαργαριτοπούλου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ιατρούς.
Το 1894 ιδρύθηκε στην πόλη το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) Κιρ Μαχαλέ (τουρκ. kirmahalle < kir, βρωμιά) στην περιοχή βορείως του κέντρου από τη μουσουλμανική κοινότητα. Η Εβραϊκή κοινότητα το 1889 ίδρυσε ένα αρρεναγωγείο και στην συνέχεια ένα παρθεναγωγείο το 1900. Το 1900 αριθμούσε 1.200 μέλη και το 1910 ιδρύεται το μεικτό σχολείο Alliance Israelite Universelle μετά από ένωση του αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου. Στο σχολείο αυτό διδασκόταν η ελληνική, η γαλλική και η εβραϊκή γλώσσα. Επειδή το σχολείο φημιζόταν για την πειθαρχία και την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αυτό φοιτούσε επίσης και ένας μικρός αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων, και μουσουλμάνων μαθητών. Έκλεισε το 1940 και σήμερα στο χώρο αυτό στεγάζεται το 7ο Δημοτικό σχολείο Κομοτηνής.Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένοι στην Κομοτηνή 210-265 Αρμένιοι, σύμφωνα με τον εμπορικό οδηγό Annuaire Orientale du Commerce.Λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κοντά στο 1900, υπήρχαν 2.110 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 1.450 εστιών ήταν μουσουλμανικές, με εκατό να ανήκουν σε μουσουλμάνους τσιγγάνους, 500 ήταν ορθόδοξες και παράλληλα υπήρχαν 100 Εβραϊκές και 60 Αρμένικες.Οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμεναν στην συνοικία Βαρόσι (τουρκ. varoş, προάστιο) και στη συνοικία Αγίου Γεωργίου και οι Εβραίοι στην περιοχή του Φρουρίου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βοσνία, και ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε στην ευρύτερη περιοχή του σαντζακίου.Εντούτοις, το 1913 στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας, οι Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι αποτελούσαν το 50% του συνόλου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο χριστιανικός πληθυσμός την πόλης που διώκονταν καθημερινά από την Οθωμανική διοίκηση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη Βουλγαρία που προσπάθησε να προσεταιριστεί τους βουλγαρόφωνους κατοίκους. Επιειδή, οι Βουλγαρικές προσπάθειες δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα, δραστηριοποιήθηκε η ουνιτική κίνηση, υποστηριζόμενη από την Αυστρία και τη Γαλλία, δίνοντας καταφύγιο σε χριστιανούς κατοίκους που υφίσταντο τον Οθωμανικό ζυγό. Η ουνιτική κίνηση εξυπηρετούσε κυρίως τα Βουλγαρικά συμφέροντα.Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την εχθρική στάση του νέου καθεστώτος απέναντι στον Ελληνισμό, Βούλγαροι κομιτατζήδες, που υποστήριξαν την επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Σαντάνσκι εισέρχονταν στην περιοχή και την πόλη της Κομοτηνής και διά της προπαγάνδας και της βίας προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Έλληνες προς το Βουλγαρισμό, υποσχόμενοι ευνοϊκή μεταχείριση, και να τους μυήσουν έτσι στα σχέδια των νέων πολιτικών κυρίαρχων.
Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων το 1908 καταρτίστηκε και εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα αφομοίωσης και εκτουρκισμού των μουσουλμάνων κατοίκων, διωγμού των χριστιανών κατοίκων και εποικισμού με μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
Απελευθέρωση
Γραμματόσημο 1913 Κομοτηνή - Γκιουμουλτζίνα - Διακρίνεται η σφραγίδα του σουλτάνου και η επισφράγισή της με το ελληνικό εθνόσημο.
14 Μαΐου 1920: Εικόνα από την απελευθέρωση της Κομοτηνής από την Βουλγαρική κατοχή.
Ταχυδρομική κάρτα (1913-1918) με επιστολή του 1920 η οποία αναφέρεται στον στρατηγό Σαρπύ και Ζυμβρακάκη - το μέγαρο των Σαρπύ/Ζυμβρακάκη στην εικόνα αποτελεί τη σημερινή Ταξιαρχία. Πίσω διακρίνεται ο Πύργος του Ρολογιού Κομοτηνής.
Η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας η οποία κράτησε 549 έτη, έληξε κατά τον Ά Βαλκανικό Πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1912, οπότε η πόλη πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι σχεδόν αμέσως εξαπέλυσαν διωγμούς κατά Ελλήνων, Πομάκων και Τούρκων.Οι διωγμοί αυτοί προκάλεσαν εθνολογική αλλοίωση στην πόλη. Το 1912-13 πολλοί Εβραίοι μετανάστευσαν σε μεγάλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη,ενώ την ίδια περίοδο και έως το 1918 εγκαταστάθηκαν σε αυτή Αρμένιοι πρόσφυγες και ο πληθυσμός τους έφτασε τα 396 άτομα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικό Πολέμου, στις 14 Ιουλίου του 1913 απελευθερώθηκε από την VIIΙ μεραρχία του ελληνικού στρατού, ωστόσο στις 10 Αυγούστου του ίδιου έτους παραχωρήθηκε εκ νέου στη Βουλγαρία με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Στις 31 Αυγούστου του 1913 το κίνημα των Πομάκων με τη συνδρομή των ντόπιων Τούρκων και την υποστήριξη των Ελλήνων, εγκαθίδρυσε τη βραχύβια Αυτόνομη Κυβέρνηση Δυτικής Θράκης με έδρα την πόλη. Ο πληθυσμός του κρατιδίου ήταν 500.000 εκ των οποίων το 50% (250.000) ήταν Έλληνες. Φρούραρχος της πόλης της Κομοτηνής, τοποθετήθηκε Έλληνας.Το ανεξάρτητο αυτό κρατίδιο καταλύθηκε μετά από δύο μήνες στις 25 Οκτωβρίου του 1913 και η Κομοτηνή πέρασε πάλι υπό βουλγαρική κατοχή.Με την είδηση του ερχομού των Βουλγάρων όλοι σχεδόν οι Έλληνες της πόλης αποχώρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Παρέμειναν μόνο, οι πλουσιώτεροι κάτοικοι για να προστατέψουν τις περιουσίες τους. Στις 8 Οκτωβρίου του 1913, όταν ο Έλληνας φρούραρχος παρέδοσε την πόλη στις Βουλγαρικές δυνάμεις, οι κατακτητές κατέλαβαν τις εκκλησίες, τα σχολεία και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Στη συνέχεια προέβησαν σε απελάσεις των οικονομικά ισχυρότερων Κομοτηναίων, όπως ο Αθανάσιος Καστανάς, ο Κ. Μαλιόπουλος, ο Δ. Βέτσικας, ο Γεώργιος Ματσόπουλος, ο Θεοφάνης Ψάλτης, ο Κ. Θεοχαρίδης και άλλοι. Το Νοέμβριο του 1914 επισκέφτηκε μυστικά την Κομοτηνή ο μονάρχης της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ο Α΄ προκειμένου να δώσει το έναυσμα για νέους διωγμούς κατά των εναπομεινάντων Ελλήνων, καθιστώντας την Κομοτηνή, την πρώτη προτεραιότητα της Βουλγαρικής πολιτικής αλλοίωσης της εθνολογικής κατάστασης.Εκπονήθηκε μάλιστα, και ένα πρόγραμμα μαζικού εποικισμού Βουλγάρων στη Δυτική Θράκη, που έγινε ιδιαίτερα έντονο στην Κομοτηνή.
Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1919 η πόλη καταλήφθηκε από Γαλλικά στρατεύματα και ετέθη υπό το καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης, με έδρα του ανεξάρτητου κρατιδίου την ίδια την πόλη και διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ (γαλλ. Charles Antoine Charpy,1869-1941).
Την 14η Μαΐου 1920 ενώθηκε με την Ελλάδα κατόπιν διπλωματικής νίκης του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του στενού συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά.Ο Ελληνισμός της Κομοτηνής υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1913 - 1920, όταν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη (ενώ και πολλοί μουσουλμάνοι προσέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη), για να τονωθεί εκ νέου μετά την ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης της Λωζάνης.Ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία στην Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Μετά το 1922 προσέφυγαν σε αυτή αρκετοί πρόσφυγες από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία. Την ίδια περίοδο στην περιοχή της Θράκης βρήκαν καταφύγιο και αρκετοί μουσουλμάνοι αντικεμαλιστές ως πολιτικοί πρόσφυγες,καθώς και Αρμένιοι πρόσφυγες με αποτέλεσμα στην απογραφή του 1928 η Αρμένικη κοινότητα να αριθμεί σε όλο το Δήμο Κομοτηνής 779 άτομα.Στην ανατολική περιοχή της πόλης βρίσκεται η συνοικία όπου παραδοσιακά κατοικούσαν που φέρει την ονομασία Αρμενιό.Λίγο πριν υπογραφεί η συνθήκη της Λωζάνης ενὠ είχαν ήδη ξεκινήσει οι ανταλλαγές πληθυσμών που προέβλεπε, έγινε επίσημη ελληνική στατιστική στις 7 Ιουνίου 1923 (Φ.1923!ΚΤΕ,Τ'1 (57)) οπότε καταγράφηκαν 30.989 κάτοικοι από τους οποίους οι 6.115 ήταν Έλληνες, οι 12.843 μουσουλμάνοι, οι 1.183 Αρμένιοι, οι 1.112 Εβραίοι, οι 41 Κιρκάσιοι και 9.695 Έλληνες πρόσφυγες.Μετά την ένωσή της με την Ελλάδα, το Μάιο 1920, η ισραηλίτικη κοινότητα Κομοτηνής διατηρούσε πολιτιστική λέσχη και φιλανθρωπικούς συλλόγους.
Νεότερα χρόνια
Πάρκο Αγίας Παρασκευής: Μνημείο Ολοκαυτώματος Εβραίων Κομοτηνής.
Η Κομοτηνή γνώρισε τη Βουλγαρική κατοχή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εβραϊκή κοινότητα εξοντώθηκε σε αυτή την περίοδο. Στις 4 Μαρτίου 1943 οι Βούλγαροι σύμμαχοι των ναζιστών Γερμανών συνέλαβαν 863 Εβραίους. Αρχικά τους μετέφεραν σε μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη, γνωστή και ως κτήριο Τσελμπόρωφ. Στις 5 Μαρτίου τους επιβίβασαν σε τρένο και τους μετέφεραν αρχικά στο Σιμιτλί και στη συνέχεια στην Άνω Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Περίπου 20 άτομα αφέθηκαν ελεύθερα από εκεί, καθώς είχαν τουρκική, ισπανική και ιταλική υπηκοότητα. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν, στις 19 Μαρτίου, με ποταμόπλοιο από τον Δούναβη στη Βιέννη, από εκεί με τρένο στο Κατοβίτσε της Πολωνίας και στη συνέχεια στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα, όπου εξοντώθηκαν. Επέζησαν του Ολοκαυτώματος μόνον οκτώ άτομα.Το 1958 η Ισραηλίτικη Κοινότητα της Κομοτηνής διαλύθηκε λόγω έλλειψης μελών. Η Εβραϊκή συναγωγή διατηρείτο μέχρι τον Απρίλιο του 1994, όταν πάρθηκε η απόφαση να κατεδαφιστεί, παρόλο που το 1983 είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέα.Το 2004 ο Δήμος Κομοτηνής τοποθέτησε, στο Πάρκο Αγίας Παρασκευής, μνημείο αφιερωμένο στους Εβραίους-θύματα του Ολοκαυτώματος.
Το Νοέμβριο του 1987 απαγορεύτηκε στην "Τουρκική Νεολαία Κομοτηνής" (που λειτουργούσε από το 1928) να χρησιμοποιεί τον όρο "Τουρκική" με το σκεπτικό ότι αυτός αφορά πολίτες της Τουρκίας και ότι η χρήση του για Έλληνες πολίτες αντιτίθεται στο πνεύμα της Συνθήκης της Λωζάνης και απειλεί την κοινωνική ειρήνη.Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν μερίδα της μειονότητας που δεν είχε αποδεχτεί το πρόσωπο του νέου μουφτή Μέτσο Τζεμαλή, αντιπρότεινε τον Ιμπραήμ Σερήφ (ο Μέτσο Τζεμαλή είχε διοριστεί το 1984 μετά το θάνατο του Χουσεΐν Μουσταφά Εφεντί). Ο Ιμπραήμ Σερήφ δεν έγινε δεκτός από την Ελληνική κυβέρνηση, αλλά συνέχισε να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα ως ιδιώτης μουφτής, γεγονός που προκάλεσε την ποινική του δίωξη για αντιποίηση αρχής και το θέμα έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων.[72] Η Ελλάδα καταδικάστηκε, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κατηγορία δεν είχε στοιχειοθετηθεί επαρκώς και ότι οι καταδίκες σε χαμηλότερο βαθμό περιόριζαν τα ατομικά δικαιώματα θρησκευτικής έκφρασης, ενώ παράλληλα επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση για ηθική βλάβη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν ο τότε υποψήφιος βουλευτής Σαδίκ Αχμέτ έθεσε ζήτημα αναγνώρισης εθνικής μειονότητας δηλώνοντας εθνικά Τούρκος. Στις 26 Ιανουαρίου του 1990 ο Σαδίκ Αχμέτ οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθως ξέσπασαν διαμαρτυρίες μουσουλμάνων με κλείσιμο των καταστημάτων. Στις 29 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν 1.500 μουσουλμάνοι έξω από τζαμί φωνάζοντας "είμαστε Τούρκοι", γεγονός που προκάλεσε επεισόδια με μερίδα χριστιανών. Στα επεισόδια τραυματίστηκαν 50 άτομα, προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε καταστήματα μουσουλμάνων και στα γραφεία δυο εφημερίδων της μειονότητας. Παρόμοια επεισόδια μικρής έντασης σημειώθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το Δεκέμβριο του 1997 και τον Ιούλιο του 1998.
Πηγές:el.wikipedia.org/wiki/Κομοτηνή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου