Η Κομοτηνή (παλαιότερα και Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine, βυζαντινά: Κουμουτζηνά, Κομοτηναί ή Κομοτηνά) πρωτεύουσα της ελληνικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας, στο νομό Ροδόπης. Είναι έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης. Στην Κομοτηνή, επίσης, έχει την έδρα του το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Με την ύπαρξη της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οδήγησαν στη διαδοχική κατοχή της πόλης από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, μέχρι την οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια το 1920.
Κατά την διάρκεια της συνεχόμενης Οθωμανικής κυριαρχίας στην πόλη (το διάστημα 1363-1912) πλειοψηφούσαν οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί ]. Η περίοδος κατά την ενσωμάτωση της πόλης στην Ελλάδα όπως και η υποδοχή των πληθυσμών της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης μετέβαλε τα δημογραφικά δεδομένα καθιστώντας σταδιακά τον χριστιανικό πληθυσμό πλειονοτικό έναντι του μουσουλμανικού , με την πληθυσμιακή σύνθεση να συμπληρώνεται από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της με τα συνεπαγόμενα προβλήματα ένταξης των μειονοτικών ομάδων.

Η ιστορία της ξεκινάει από τα τελευταία
χρόνια του Βυζαντίου. Τότε η Θράκη ήταν διάσπαρτη με οχυρά κατά μήκος
της Εγνατίας Οδού. Ανάμεσα σ’αυτά ήταν και ένα που αποτέλεσε τον πυρήνα
μιας μικρής πόλης, των Κουμουτζηνών ή Γκιουμουλτζίνας ή Κομοτηνής. Το
φρούριο αυτό χρονολογείται από τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα, στην εποχή
του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Ήταν ασήμαντο φρούριο, που το 1207 ύστερα από
την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Σκυλογιάννη, αποτέλεσε καταφύγιο
προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Ο πληθυσμός από τότε
αυξανόταν συνεχώς. Στις αρχές του 14ου αιώνα έγινε πόλη.
1348: Πρώτη εισβολή των Οθωμανών Τούρκων στη Θράκη.
Κατέλαβαν σημαντικές πόλεις, ηττήθηκαν, όμως, από τον αυτοκρατορικό
στρατό και αποσύρθηκαν.1361: Ο σουλτάνος Μουράτ Α’ κατέλαβε το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη.
1371: Δέκα χρόνια μετά ο αρνησίθρησκος (ελληνικής καταγωγής) στρατηγός των Τούρκων Γαζή Εβρενός Μπέη κατέλαβε την Κομοτηνή και τη Δυτική Θράκη.
Η πόλη τότε ονομάστηκε Γκιουμουλτζήνα. Από τότε αρχίζει η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας στη Θράκη…
1453: Το μοναδικό ελεύθερο τμήμα της Θράκης, η Κωνσταντινούπολη, έπεσε και αυτή και μαζί της έπεσε και ο Ελληνισμός.
Τουρκοκρατία: Έξι αιώνες κράτησε στη Θράκη και η περιοχή δοκιμάστηκε σκληρά από τους βίαιους εξισλαμισμούς. Ο πληθυσμός εργαζόταν για τους Τούρκους και τα κτήματα ανήκαν σε μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα («βακούφια»). Οι σημαντικότερες πόλεις με βιοτεχνική και εμπορική ανάπτυξη ήταν η Αδριανούπολη, η Φιλιππούπολη, η Ραιδεστός, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Αγχίαλος, η Μεσημβρία, η Καλλίπολη, η Σωζόπολη και η Αίνος.
Επανάσταση 1821 και έπειτα: Εξαιτίας των εδαφολογικών συνθηκών και της γειτνιάσεως με την Κωνσταντινούπολη η Θράκη δεν έχει επίσημη και γενική συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παρόλα αυτά οι Θράκες έδωσαν το παρόν και ως μέλη της Φιλικής Εταιρείας και στο στρατό του Αλέξανδρου Υψηλάντη και πήραν μέρος στο ναυτικό αγώνα των Ελλήνων προσφέροντας τα πλοία και την περιουσία τους. Ξεχωρίζει το ζεύγος Δημήτρη και Δόμνας Βισβίζη. Οι Θράκες ήταν επίσης παρόντες σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία, μετά τη δημιουργία του πρώτου μικρού ελληνικού στρατού. Ο αφανισμός του Θρακικού ελληνισμού αρχίζει μετά τη δημιουργία του Βουλγαρικού κράτους το 1877.Οι κάτοικοι της Θράκης υπέστησαν από τους Βουλγάρους όσα δεν έπαθαν από τους Τούρκους σε διάστημα έξι αιώνων Τουρκοκρατίας: Πραξικοπηματικές προσαρτήσεις ελληνικών εδαφών στη Βουλγαρία, βιαιότητες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ξεριζωμός κατοίκων ολόκληρων πόλεων, δράση ένοπλων σωμάτων και προπαγανδας.
1912: Α Βαλκανικός Πόλεμος: Ο κίνδυνος εκτουρκισμού των χριστιανών κατοίκων της Βαλκανικής υποχρέωσε τα Βαλκανικά κράτη να συνενωθούν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιουργώντας την «Έβδομη μεγάλη Δύναμη» στην Ευρώπη. Κάθε κράτος κατά και μετά τον πόλεμο θα έπαιρνε όσα εδάφη προλάβαινε να κατακτήσει ο στρατός του. Οι Έλληνες κατέλαβαν τη Δυτική Μακεδονία μέχρι και τη Θεσσαλονίκη, αλλά οι Βούλγαροι πήραν ολόκληρη τη Θράκη (μαζί και την Κομοτηνή) και την Ανατολική Μακεδονία. Και από τότε άρχισε ξανά να φαίνεται η απληστία της Βουλγαρίας, που ήθελε να καταλάβει ολόκληρη τη Μακεδονία, πράγμα το οποίο στάθηκε αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου.
1913, Ιούλιος: Στο Β Βαλκανικό πόλεμο η Κομοτηνή απελευθερώνεται από τον ελληνικό στρατό (14 Ιουλίου) ο οποίος προηγουμένως είχε απελευθερώσει τις παραθαλάσσιες πόλεις Αλεξανδρούπολη, Μάκρη, Μαρώνεια και Πόρτο Λάγος. Οι έλληνες κάτοικοι της πόλης γιόρτασαν το γεγονός σε μία ατμόσφαιρα ξέφρενου ενθουσιασμού και συγκίνησης. Τότε στο Διοικητήριο της Κομοτηνής, το σημερινό παλαιό Δικαστικό Μέγαρο, υψώθηκε και η πρώτη Ελληνική Σημαία, ύστερα από 550 περίπου χρόνια κατάκτησης. Πρόκειται για την ιστορική Σημαία, που φιλοτέχνησαν βιαστικά εκείνη την ημέρα οι γυναίκες της πόλης. Η σημαία αυτή διαφυλάχθηκε και δωρίθηκε αργότερα, μετά την οριστική απελευθέρωση της πόλης, το 1920, στο Δήμο Κομοτηνής.
28 Ιουλίου – 10 Αυγούστου 1913: Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η Δυτική Θράκη (και η Κομοτηνή) παραχωρήθηκε στην ηττημένη Βουλγαρία. Αντέδρασαν οι Έλληνες αλλά και οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής και έκαναν παραστάσεις προς την Πύλη και τους Πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας αυτονομία. Παραχωρήθηκε τότε αυτονομία στην Κομοτηνή, λειτούργησε ως αυτόνομο κράτος, χωρίς, όμως, να παρέχει καμία ασφάλεια στους κατοίκους. Οι Βούλγαροι, μην μπορώντας με άλλο τρόπο να επιβληθούν στους Θράκες, προσεταιρίζονται Μουσουλμάνους, κυνηγούν τους Χριστιανούς, λεηλατούν και ληστεύουν, απαγορεύουν τον εκκλησιασμό και την ελληνική γλώσσα. Οι κάτοικοι αναγκάζονται να εκπατριστούν εγκαταλείποντας τα υπάρχοντά τους
Η ειρήνη. 1914-1918: Α Παγκόσμιος Πόλεμος: Ο ανταγωνισμός των Βαλκανικών δυνάμεων και της Τουρκίας συνεχίζονται στη Θράκη και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίπαλες δυνάμεις: Γερμανία, Αυστοουγγαρία, Τουρκία, Βουλγαρία Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 1918 ο πόλεμος τελείωσε με νίκη των συμμάχων.
1919: Στο Παρίσι, όπου συναντήθηκαν οι πρωθυπουργοί των συμμαχικών κρατών -την Ελλάδα εκπροσώπησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος- εκδηλώθηκαν διαφωνίες για την τύχη της Δ. Θράκης. Τον Αύγουστο του 1919 καταλήφθηκε τμήμα της Δ. Θράκης από τα συμμαχικά στρατεύματα και ορίστηκαν Γάλλοι στρατηγοί ως διοικητές της. Ο Βενιζέλος τοποθέτησε ως αντιπρόσωπο της Ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Θράκη τον έμπειρο συνεργάτη του Χαρίσιο Βαμβακά. Χαρίσιος Βαμβακάς: Το έργο του Χ. Βαμβακά στη Θράκη ήταν μεγαλόπνοο. Εργάστηκε με διορατικότητα και με άφταστη διπλωματία, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που προκαλούσαν ξένα εθνικά στοιχεία αλλά και μερικοί έλληνες στρατιωτικοί και υπάλληλοι με το στενό μυαλό και τα πολιτικά μίση. Έτσι κέρδισε τη συμπάθεια και την εκτίμηση των συμμαχικών στρατευμάτων και κατόρθωσε να κυριαρχήσει στο ανώτερο συμβούλιο των αντιπροσώπων των κατοίκων της Δ. Θράκης.
22 Μαρτίου 1920: Στην εναρκτήρια συνεδρίαση του ανωτάτου αυτού συμβουλίου κατόρθωσε να αναδειχτεί στο αξίωμα του προέδρου ο Έλληνας Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς της Αδριανούπολης. Το γεγονός αυτό έπαιξε αποφασιστικό ρόλο για την προετοιμασία της κατάληψης της Δ. Θράκης από τον ελληνικό στρατό. Η κατάληψη της Δ. Θράκης ανατέθηκε στο σώμα στρατού εθνικής άμυνας, που μετονομάστηκε σε στρατιά Θράκης με διοικητή τον αντιστράτηγο Π. Ζυμβρακάκη.
1920, 14 Μάη: Ημερομηνία έναρξης των επιχειρήσεων για την οριστική κατάληψη ορίστηκε η 14η Μάη 1920, ημέρα Πέμπτη. Η χαρμόσυνη είδηση της απόφασης των συμμάχων για το γεγονός αυτό έκανε φτερά και έγινε αμέσως γνωστή στους κατοίκους της. Στην Κομοτηνή την παραμονή της εισόδου του στρατού μας όλοι ήξεραν ότι πλησιάζει η ώρα και μία ανείπωτη συγκίνηση και λαχτάρα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Εκείνη τη νύκτα όλη η πόλη έμοιαζε να αγρυπνά σε ολονύκτια ακολουθία. Όλη τη νύχτα άνδρες και γυναίκες πηγαινοέρχονταν και προετοίμαζαν την υποδοχή του στρατού. Μεγάλα λουξ τοποθετήθηκαν στους δρόμους και στήθηκαν συνεργεία σε κεντρικά σπίτια που έκοβαν και έραβαν ασταμάτητα ελληνικές σημαίες. Παντού άκουγες γέλια, ευχές και χαρούμενα τραγούδια. Και, όταν ξημέρωσε η 14η Μάη του 1920, η πόλη βρέθηκε να πλέει στο γαλανόλευκο. Και ο λαός της Κομοτηνής ξεχύθηκε να προϋπαντήσει τους ελευθερωτές του και διασχίζοντας την οδό Ξάνθης έφτασε με αλαλαγμούς και επιφωνήματα χαράς ως τη γέφυρα του Κουλάκογλου. Στο αντίκρυσμα του στρατού ξέσπασε σε ζητωκραυγές, αγκαλιές και χειροκροτήματα. Είναι δύσκολο, όμως, να περιγραφεί αυτό που σε λίγο ακολούθησε μέσα στην πόλη. Έβλεπε κανείς ένα πλήθος ανθρώπων με ανοιξιάτικα λουλούδια και στεφάνια στα χέρια με λαμπερά μάγουλα να αγκαλιάζεται και να φιλιέται, να πετά ανθοδέσμες και να ζητωκραυγάζει. Ήταν, όπως το παρουσιάζουν εκείνοι που έζησαν τις ανεπανάληπτες εκείνες στιγμές ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, μία τρελή χαρά, ένα ασυγκράτητο και έξαλλο πανηγύρι. Και ο στρατός βαθιά συγκινημένος με έφιππο μπροστά του Διοικητή το Ζυμβρακάκη βάδιζε προς την ασφυκτικά γεμάτη κεντρική πλατεία της πόλης. Η Δυτική Θράκη, η πολύπαθη χώρα, ήταν επιτέλους ελεύθερη. Ένα όνειρο τόσων χρόνων είχε γίνει πραγματικότητα.
1920, 28 Ιουλίου: Αργότερα έγινε και η τυπική κατακύρωση της Δ. Θράκης στην Ελλάδα με την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών στις 28 Ιουλίου 1920. Από το 1920 η επέτειος Απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 14 Μαίου. Είναι το σπουδαιότερο ιστορικό γεγονός στην περιοχή μας.
1922: Η καταστροφή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία έφερε στην Κομοτηνή και την περιφέρειά της χιλιάδες νέους κατοίκους, πρόσφυγες από τα άλλοτε αιμάζοντα ελληνικά εδάφη, και αύξησε τον πληθυσμό της.
Πριν και κατά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο: Δημιουργείται αρραγές βαλκανικό μέτωπο σε σκοπό αμυντικό, στο οποίο δε συμμετέχει η Βουλγαρία. Η τελευταία προσχωρεί στις Δυνάμεις του ʼξονα και συμπράττει με τη Χιτλερική Γερμανία, όταν αυτή επιτίθεται στην Ελλάδα. Η θρακική μεθόριος, με τα οχυρά της Νυμφαίας και του Εχίνου, αποτέλεσαν την πρώτη γραμμή άμυνας. Δεν μπόρεσε, όμως, να αναχαιτίσει τελικά την προέλαση των δυνάμεων της Βέρμαχτ. Η επίθεση ξεκινάει τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 1941 και ισχυρές γερμανικές δυνάμεις πεζικού με την υποστήριξη αρμάτων και αεροπορίας εισβάλλουν μέσα από το Βουλγαρικό έδαφος στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Οι Γερμανοί συνάντησαν σοβαρή και ανέλπιστη αντίσταση, τα οχυρά άντεξαν και οι αμυνόμενοι απέκρουσαν τη μία μετά την άλλη τις επιθέσεις. Στο τέλος κέρδισαν το θαυμασμό και το σεβασμό των επιτιθεμένων. Αρχίζει έτσι η Βουλγαρογερμανική κατοχή της περιοχής, η οποία λήγει με την απελευθέρωση ολόκληρης της Ελλάδας και τον τερματισμό του Β’ παγκοσμίου πόλεμου (Οκτώβρης 1944).
Αρχαιότητα, Ρωμαίοι και Βυζάντιο
Το Φρούριο χρονολογείται από τον 4 αι. μ.Χ.
Κατά την περίοδο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή[22][23] και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά ενώ ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατήριακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.[24]
Σήμερα
Η Κομοτηνή σήμερα είναι μια πόλη πολυπολιτισμική.[78][79][80][81] Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά πολύγλωσσος για το μέγεθός της.[80][82] Αποτελείται από ντόπιους Έλληνες, απογόνους προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, Έλληνες Μειονοτικούς (Τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους, κυρίως Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα) και απογόνους Αρμενίων προσφύγων. Οι Τσιγγάνοι μένουν στον Ήφαιστο (παλιά ονομασία: Καλκάτζα),[83] έναν οικισμό 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Κομοτηνής και στην περιοχή Αλάν Κουγιού (Αλάνκιοϊ) γνωστό και ως "Τενεκέ Μαχαλά" μέσα στην Κομοτηνή [84] Την δεκαετία του 1990 [85] εγκαταστάθηκαν σε αυτή και παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ [86][87] (κυρίως Γεωργία, Αρμενία, Ρωσία, Ουκρανία και Καζακστάν [88]). Ο πληθυσμός της, κατά την απογραφή του 2011, είναι 55.812 κάτοικοι. Στο πανεπιστήμιο της φοιτούν περίπου 10.000[89] φοιτητές.Μουσεία
Κτήριο Λαογραφικού Μουσείου (αρχιτεκτονική τύπου σαχνισιά)
Εκκλησιαστικό Μουσείο - στεγάζεται στο Ιμαρέτ Κομοτηνής
Αρχαιολογικό Μουσείο: Στο μουσείο υπάρχουν εκθέματα από την ευρύτερη περιοχή της Θράκης από την Νεολιθική μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο. Εγκαινιάστηκε το 1976 και είναι έργο του αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη. Από πλευράς αρχιτεκτονικής, το κτήριο του μουσείου, θεωρείται από τα πιο σύγχρονα της πόλης. Εντυπωσιακό έκθεμα αποτελεί η χρυσή προτομή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Τα εκθέματα εστιάζουν κυρίως στην παρουσία των Ελλήνων και στην Ελληνική τέχνη στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου και της Θράκης.[119]
Λαογραφικό Μουσείο: Λειτουργεί από το 1962 και στεγάζεται στο αρχοντικό Πεϊδη το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα εκθέματα του προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Θράκης και την Μικρά Ασία και συμπεριλαμβάνουν παραδοσιακές φορεσιές, κεντήματα, αντικείμενα από χαλκό, ξύλο, πυλό και ασήμι, γεωργικά εργαλεία, εργαλεία παραδοσιακών επαγγελμάτων αλλά και είδη οικιακής χρήσης. Ανάμεσα στα εκθέματα βρίσκονται και τα προσωπικά αντικείμενα του Γρατινιώτη Αρχιεπίσκοπου Αθηνών Χρυσάνθου (1881-1949) από την Τραπεζούντα, όπου είχε διατελέσει μητροπολίτης. [120]
Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής: Από το 1999 στεγάζεται στο Ιμαρέτ Κομοτηνής. Στο μουσείο υπάρχουν εκκλησιαστικά εκθέματα, τα οποία χρονολογούνται από το 16ο έως τον 20ο αιώνα, όπως εικόνες, ιερά σκεύη, άμφια, χειρόγραφα από ναούς της περιοχής αλλά και δωρεές προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ροδόπης.[121] Το κτίριο θεωρείται από τα αρχαιότερα σωζόμενα δείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη [122][123][8] (αποτελείται από τρεις χώρους που διαμορφώνουν στην κάτοψη το σχήμα Τ - τύπου ζαβιγέ) και είναι κτισμένο με τη βυζαντινή τεχνική. Έχει συνδεθεί με τοπικές παραδόσεις των Κομοτηναίων για ύπαρξη βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας στη συγκεκριμένη θέση, και σύμφωνα με αυτές, στο κτίσμα ενσωματώθηκαν τμήματα του ναού. [120] Στη νότια πλευρά του κτίσματος έχει ανακαλυφθεί εντοιχισμένο μαρμάρινο γυναικείο κεφάλι ρωμαϊκών χρόνων.
Βυζαντινό Μουσείο: Στο μουσείο, το οποίο ανήκει στο Ίδρυμα Παπανικολάου, ευεργέτη της πόλης, υπάρχουν εκθέματα βυζαντινών εκκλησιαστικών αντικειμένων, βιβλία, κοσμήματα, νομίσματα και σφραγίδες.[124] Συστάθηκε το 1988 και εγκαινιάστηκε το 1991. Βρίσκεται παραπλεύρως του νομαρχιακού μεγάρου και στο ίδιο κτήριο υπάρχει και αμφιθέατρο 420 θέσεων.[125]
Μουσείο «Καραθεοδωρή»: Μουσείο αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή (Βερολίνο 1873 – Μόναχο 1950) ο οποίος ήταν κορυφαίος σύγχρονος Έλληνας μαθηματικός που διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο και καταγόταν από την Θράκη (Νέα Βύσσα Έβρου).[120]
Θρακικό, Εθνολογικό, Ιστορικό και Πολιτιστικό Μουσείο Κομοτηνής και Θράκης: Μουσείο αφιερωμένο στην αστική Κομοτηναϊκή οικογένεια του 19ου αιώνα. Στεγάζεται στο νεοκλασικό Αρχοντικό Σκουτέρη το οποίο κτίστηκε τέλος 19ου αιώνα. [120]
Μνημεία
Το Βυζαντινό Φρούριο. Τα σημερινά τείχη στη πόλη είναι ερείπια βυζαντινού κάστρου το οποίο ανεγέρθηκε στην τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395 μ.Χ.).[15] Ήταν τετράπλευρο με τέσσερις εισόδους, 16 πύργους και είχε ύψος 9,6μ.[15]
Ο σημερινός Ναός Κοιμήσεως της Παναγιάς χρονολογείται από το 1800 και πιθανολογείται [13] ότι έχει χτιστεί στα θεμέλια μεταβυζαντινού ναού, τα οποία χρονολογούνται από το 1548. Ο παλιός ναός βρισκόταν μέσα στα βυζαντινό κάστρο των Κουμουτζηνών. Ο σημερινός ναός Κοιμήσεως της Παναγίας βρίσκεται δίπλα στα ερείπια των βυζαντινών τειχών.
Σημαντικό μνημείο είναι το Εσκί Τζαμί (τουρκ. Eski Cami, Παλαιό Τζαμί) το οποίο ανοικοδομήθηκε το 1608/9 ή το 1677/78 κατά μια άλλη πηγή.[126] Στο συγκρότημα μαζί με το Εσκί Τζαμί και το Ιμαρέτ Κομοτηνής υπήρχε και οθωμανικό χαμάμ το οποίο κατεδαφίστηκε την δεκαετία του 1960.[127] Στη θέση του χαμάμ κτίστηκε το κτήριο το οποίο στεγάζει τα ΚΑΠΗ του δήμου Κομοτηνής [128] (βρίσκεται νοτίως του ιεροσπουδαστήριου Κομοτηνής).
Γενί Τζαμί. Σημαντικό οθωμανικό μνημείο (τουρκ. Yeni Cami, Νέο Τζαμί), το οποίο έχει τετράγωνη αίθουσα προσευχής με μοναδικό θόλο, χάρη στη διακόσμησή του με πλακίδια Νικαίας.[129] Η κατασκευή του χρονολογείται στο διάστημα 1600 και 1618 και ιδρύθηκε από τον Εκμεκτσίογλου Αχμάντ Πασά, υπουργό των Οικονομικών των Σουλτάνων Αχμάντ Α΄ και Οσμάν Β΄.[130] Σήμερα δίπλα στο Γενί Τζαμί βρίσκεται η Μουφτεία Κομοτηνής.
Το Παλιό δικαστικό μέγαρο, Οθωμανικής περιόδου, σχεδιασμένο από Ολλανδό αρχιτέκτονα περί το 1870. Ο μέγαρο κτίστηκε ως Διοικητήριο της Οθωμανικής διοίκησης επί σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ και του του Αβδούλ Χαμίτ Β’. [131]
Το Μνημείο του Ολοκαυτώματος για τους Εβραίους της Κομοτηνής στο πάρκο της Αγίας Παρασκευής.
Ο Πύργος του Ωρολογιού: Δίπλα στο Γενί Τζαμί βρίσκεται ο Πύργος του Ωρολογίου ο οποίος αποτελεί δείγμα του οθωμανικού εκσυγχρονισμού. Συνιστά αφιέρωμα του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ και χρονολογείται από το 1884. Η σημερινή μορφή του Πύργου είναι διαφορετική από την αρχική κατασκευή λόγω αρχιτεκτονικών επεμβάσεων που έγιναν την δεκαετία του 1950.[15]
Το Ηρώο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστό και ως Σπαθί από το ξίφος που απεικονίζεται στην ύψους 15 μέτρων μαρμάρινη στήλη του, σημείο αναφοράς της πόλης. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 25 Μαρτίου 1970.[132]
Στο βορειοανατολικά στην πόλη βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας [133].
https://www.youtube.com/watch?v=-jvubBgWWxk
ΠΗΓΕΣ : https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%AE


